Οι αναγνώστες

Οι αναγνώστες
"Τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας". Franz Kafka

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

"Ο αχός της εποχής": Μία ανάγνωση από τον Δημήτρη...

Ο Αχός της Εποχής
του Τζούλιαν Μπαρνς

Ένας να ακούει,
Ένας να θυμάται
Κι ένας να πίνει.

Η λαϊκή θυμοσοφία σε όλη της το μεγαλείο, μέσα από μια φράση – απόσταγμα ζωής με (ως όφειλε) εσωτερική αντίφαση.
Το να πίνεις αντιστρατεύεται το να θυμάσαι. Διότι το (αλκοολούχο) ποτό εφευρέθηκε για την καταστολή της (επίμονης) μνήμης. Το ελάττωμα του αλκοόλ έναντι εξειδικευμένων γι’ αυτό φαρμάκων είναι η προσωρινότητα του αποτελέσματος, παρά ταύτα (συνήθως) υπερτερεί σε γεύση.
Ο ιδιοφυής συνθέτης εκτιμά τη γεύση της βότκας Stolichnaya, αυτής που προορίζεται για εξαγωγή, και το φιλόμουσο κοινό οφείλει στοιχειώδη ευγνωμοσύνη προς το συγκεκριμένο μίγμα αιθυλικής αλκοόλης ως βοηθητικό μέσο στην παραγωγή μνημειώδους μουσικής.
Ένα φυσιολογικό άτομο δε θα χρειαζόταν καν χημική βοήθεια για να ξεπεράσει τις όποιες (πραγματικές ή μη) φοβίες και τραύματα, θα αρκούσε η φυσιολογική λειτουργία «απώθησης» για να διατηρήσει τον υγιή του ψυχισμό. Αλλά πότε τα άλματα της ανθρωπότητας προς τα εμπρός και η εποικοδόμηση του πολιτισμού βασίστηκαν σε φυσιολογικά άτομα;       
Και αν η γνώση είναι τελικά η τέχνη της λήθης, να απομονώνεις δηλαδή την άχρηστη πληροφορία ώστε να αναδυθεί η γνώση, τότε και ένα είδος ακουστικής λήθης είναι απαραίτητη ώστε η τέχνη ως ψίθυρος της ιστορίας, ή ως τριπλή συνήχηση να υπερκεράσει τον αχό του χρόνου ή της εποχής και να εισακουστεί. 
Τι γίνεται όταν ένας ευφυής συγγραφέας σαν τον Τζούλιαν Μπάρνς εμπλέκεται έμμεσα με έναν αντιστοίχως ανάλογης ευφυΐας και εγνωσμένης αξίας ευνοούμενο των μουσών; Λογοτεχνικά το ανάγνωσμα είναι γοητευτικό, ανάλογο της φήμης του γραφέως, του οποίου πρώτη φορά διαβάζω έργο του. Νοηματικά, μου μένει η αίσθηση ότι είναι σε κάποιο βαθμό ετεροβαρές. Θα έλεγα ότι το έργο επικεντρώνεται δυσανάλογα στον (προφανή) παραλογισμό και τη βαρβαρότητα της τυραννίας παρά στο υποτιθέμενο υποκείμενο του θέματος. Δεν έχω εμμονές στην καθαρότητα, την περιχαράκωση  και τα σαφή όρια των λογοτεχνικών ειδών. Ούτε θα δω το έργο ως ξεκάθαρη βιογραφία, εσωτερικό μονόλογο ή αναστοχασμό της ζωής του Σοστακόβιτς. Πάντα όμως πιστεύω ότι το πεδίο δόξης του συγγραφέα είναι η μυθοπλασία. Στη βιογραφία γίνεται ενός είδους καταπάτηση στα χωράφια των ιστορικών, όπου η πεποίθηση θολώνει ενίοτε την επιστημονική διαύγεια. Και εννοείται ότι τα λογοτεχνικά έργα της Ελίζαμπεθ Γουίλσον και του Σόλομον Βολκόφ, που αναφέρονται από τον ίδιο τον Μπαρνς, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «πηγές».
Ο Σοστακόβιτς παρουσιάζεται ως ένας καταθλιπτικός τύπος (και μάλλον έτσι ήταν), ο οποίος παρά τη δεδομένη σπαρακτική του  αυτολύπηση, «κλαίει άδαρτος» κατά τη λαϊκή έκφραση. Το μεγάλο του θέμα το οποίο τον καταδυναστεύει είναι η εξουσία. Σύμφωνα, όμως, με την ψυχαναλυτική θεωρία, δε γίνεται να μισείς τόσο βίαια κάτι, παρά μόνο αν ένα κομμάτι του εαυτού σου το αγαπά επίσης.
Ο καημένος ο Σοστακόβιτς, βιώνει επιπρόσθετα των ουσιωδών και ένα σωρό άλλα δεινά: η βότκα του κρύα, η σούπα του ζεστή, το χαβιάρι του μαύρο, η Ντάτσα του στενάχωρη, η καινούρια γυναίκα του απελπιστικά νεαρή, ο οδηγός του περίεργος και το αυτοκίνητο ένα ταπεινό Βόλγα, ούτε καν μια Μερσεντές ο καημένος!  Είναι να μην τον λυπάσαι; (Πέρα από τη διάθεση χαριεντισμού, αναγνωρίζω και πιστεύω ότι άτομα του ψυχικού ποιόντος του Ντμίτρι Ντιμτρίεβιτς και κατ΄ επέκταση του ίδιου του συγγραφέα, δυσκολεύονται να βιώσουν πραγματική χαρά και είναι αληθώς δυστυχή και αξιολύπητα).
Κατά τον Μπάρνς, ο Σοστακόβιτς ταλανίζεται από την αδυναμία του χαρακτήρα του και τη σχέση του με τη Σοβιετική εξουσία. Η εξουσία, πέραν των άλλων, αντιστρατεύεται την ατομικότητα – ιδιωτικότητά του. Αυτό είναι καταθλιπτικό, διότι ως καλλιτέχνης χρειαζόταν την απομόνωση – περιχαράκωση ώστε «ο αχός της εποχής» να μην επισκιάσει τον ψίθυρο της μουσικής εντός του. Επίσης, παρουσιάζεται να δίνει κάποια σημασία στις γυναίκες και λιγότερη στους άντρες φίλους του. Ενδεχομένως αυτός ο λογοτεχνικός Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς να απέχει από τον αντίστοιχο «ιστορικό», για τον οποίο οι φίλοι του έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του, αλλά δεν αυτό δεν έχει σημασία, όπως δεν έχει σημασία αν ο ανακριτής λεγόταν Zαντσέφσκι, ή Zακρέφσκι είτε Zακόφσκι.
Μου άρεσε ο διάχυτος ειρωνικός τόνος, αλλά αυτό δεν απέτρεψε το αφήγημα να είναι στην ουσία μια ιστορία θλίψεων σε τρία μέρη, μία ανά τέταρτο δίσεκτο έτος (1936, 1948 και 1960). Ο Σοστακόβιτς αναμένει το 1972 να ακολουθήσει το ίδιο μοτίβο και να είναι το έτος του θανάτου του, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει, όταν αυτό παρέλθει, ότι το καταστροφικό γεγονός έγκειται στην επιβίωσή του.
Ο διάσημος συνθέτης είναι κατά την αυτοδιάγνωσή του νευρωτικός, ακόμη και υστερικός. Είναι ένα μεγάλο ασταθές παιδί, αγχώδης και (εκτός της μουσικής σφαίρας όπου είναι αξιοσημείωτα αποφασιστικός και άκαμπτος) αναποφάσιστος. Στο άμεσο περιβάλλον του οι δύο κυρίαρχοι και κυριαρχικοί χαρακτήρες είναι η μητέρα του και η σύζυγος Νίνα ή Νίτα. Η επίπτωση της ελευθεριότητας της τελευταίας στον ψυχισμό του, φαίνεται να είναι μικρής έντασης αν όχι αδιάφορη.  
Είναι προφανές ότι ο Σοστακόβιτς δεν είναι ένας ήρωας. Αποδομώντας λιγάκι τον ηρωισμό, για να γίνει κάποιος ήρωας, αρκεί να είναι γενναίος για μια στιγμή… Αλλά, για να είναι κάποιος δειλός αυτό απαιτεί επιμονή, εμμονή, άρνηση για αλλαγή, συναλλαγή, αντοχή στην ταπείνωση, με άλλα λόγια ένα ισόβιο θάρρος. Ευτυχώς, πάντως, ο ήρωας (της αφήγησης) δεν απώλεσε οριστικά την ψυχή του και συνεχίζει να αντλεί καθαρή απόλαυση  από την ειρωνεία, όταν αυτή δεν διαβρώνεται σε σαρκασμό. Και, ίσως τελικά, ο θάνατός του θα απελευθερώσει τη μουσική του.

Η τελική μου κρίση για το βιβλίο είναι έντονα θετική. Άκουσα την «Τριπλή Συνήχηση», απόλαυσα την ανάγνωση και αυτό αποτελεί κίνητρο στο να αναζητήσω και τα προγενέστερα  έργα του συγγραφέα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στείλτε το μήνυμά σας...

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.