Οι αναγνώστες

Οι αναγνώστες
"Τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας". Franz Kafka

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Ο Ιούδας του ΑΜΟΣ ΟΖ

Διαβάσαμε τον Ιούδα του Άμος Οζ και μας άρεσε. Ο Δημήτρης θέλοντας ν' αποφορτίσει κάπως το κλίμα έκανε κάποιες επισημάνσεις ...

Άμος (του) Οζ – ΙΟΥΔΑΣ
Σκέψεις, Σημειώσεις, Παρατηρήσεις
(Δέον να αναγνωστεί υπό τους ήχους του “Hey Jude” των Beatles, αν και ο ίδιος ο συγγραφέας προτείνει άλλη μουσική σε κάποια συνέντευξή του: «Όταν έγραφα το μυθιστόρημα, κάθε φορά που σκεφτόμουν την Ιερουσαλήμ εκείνης της περιόδου, στο μυαλό μου έβλεπα ένα τσέλο να παίζει μια μοναδική νότα κάποια χειμωνιάτικη νύχτα. Και κάθε φορά που σκεφτόμουν την Ατάλια, άκουγα πάλι αυτή τη μοναδική νότα». Βέβαια, ο Βαλντ, ένας εκ των μυθιστορηματικών ηρώων, αναλώνεται στον Μέντελσον ως μια γλυκόπικρη ηχώ παλιάς εβραϊκής μελωδίας.
Γι' αυτό σας λέω: προτιμήστε τους Beatles!)

Είναι αξιοσημείωτο ότι η αφιέρωση του βιβλίου απευθύνεται στον αγαπημένο και αείμνηστο Ανταίο Χρυσοστομίδη! Αυτό φαίνεται ότι ισχύει μόνο για την ελληνική έκδοση, διότι ρίχνοντας μια ματιά στην αγγλική μετάφραση, εκεί η αφιέρωση απευθύνεται στην επιμελήτρια Debora Owen.
Κατά την ανάγνωση, το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ο καιρός. Το παρόν κείμενο για να αναπνεύσει χρειαζόταν χειμώνα, μαυρίλα, συννεφιά, υγρασία, βροχή, λάσπη. Ουδείς «ορά φάος ηελίσιο»! Το τελευταίο μέρος που περίμενα να συναντήσω παρόμοιο κλίμα ήταν η Ιερουσαλήμ! Τόσο νότια και τέτοιο κλίμα; Διαβάζοντας, είχα διαρκώς την αίσθηση ότι βρισκόμουν στα Γιάννενα, και μάλιστα στα παλιά βροχερά Γιάννενα με τα γλιστερά δρομάκια, τις πανταχού παρούσες νερολακκούβες, τους βρεγμένους τοίχους  και τα μουχλιασμένα ντουβάρια. Χωρίς να έχω διαβάσει το αντίστοιχο βιβλίο, είδα για λόγους πληρότητας την ταινία «Tale of love and darkness» με πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτιδα τη Natalie Portman, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Οζ. Κι εκεί, στην άμεση κινηματογραφική εικόνα της Ιερουσαλήμ, συναντάμε την ίδια ακριβώς αίσθηση, ακριβώς το ίδιο κλίμα, τα ίδια χρώματα, την ίδια μούχλα παντού,  προφανώς και στην ψυχή.
            Η μετάφραση της Μάγκυ Κοέν μου άρεσε και είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι έγινε απευθείας από τα Εβραϊκά και όχι (για λόγους ευκολίας του εκδότη) από το σύνηθες διπλό φίλτρο της Αγγλικής μετάφρασης.
Απλώς αναφέρω δυο επιτηδευμένες παρατηρήσεις που αφορούν τη μετάφραση: 
ΚΕΦ 26 – σελ. 131 …και με το ζεστό, καστανό της άρωμα ποτίζει το συζυγικό της κρεβάτι… Εδώ  έχουμε συναισθησία, ένα άρωμα, μια ευωδιά, η οποία διαθέτει χρώμα, όπως και τα γράμματα στο Σονέτο των φωνηέντων του Ρεμπώ, έχουν χρώμα. Έχουμε λοιπόν συναισθησία ή απλώς μεταφραστική ερμηνεία ή παρερμηνεία; Και αυτό, διότι στην αγγλική μετάφραση το επίθετο του αρώματος είναι chestnutty, λέξη που εξίσου μπορεί να θεωρηθεί ως χρώμα καστανό ή ως μυρωδιά από κάστανο. (Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να μυρίζει μια Γιαρντένα;).
Επίσης, αναρωτιέμαι αν το «έλπιζα» είναι πιο εύηχο από το «ήλπιζα» η απλώς ροπή προς τη “ Vulgärsprache”;

Τελικά, όλα αναλύονται και αναπέμπονται στην παιδική ηλικία. Ο Σμούελ ρωτήθηκε αν ήταν παραχαϊδεμένο παιδί. Ήταν ακριβώς το αντίθετο! Υπήρχε το παιδί (Μύρι) και το αποπαίδι (Σμούελ), σύμφωνα πάντα με την οπτική του τελευταίου. Χαρακτηριστική η φαντασιακή εικόνα των 3 μελών της οικογένειας πάνω από τον τάφο του, να αισθάνονται τύψεις. Πάντα υπερβολικός, ο γιος, αποξενωμένος «ως ξένος πράκτορας φυτεμένος στη μέση της οικογένειάς του», θυμάται τα «κρύα δάχτυλα της μητέρας», ...το «θίξιμο» της μάνας και το «άχτι» του πατέρα, …«για τη ζεστασιά που δεν του έδιναν, επειδή δεν την είχαν μέσα τους». Το τσίμπημα του σκορπιού ήταν μια από τις λιγοστές γλυκές του αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία.  Αν υπήρχε η αιτούμενη στοργή, ενδεχομένως ο πνιγηρός διάδρομος να φάνταζε ως ζεστή φωλιά. Για τα τραύματα αυτά της παιδικής ηλικίας δεν μπορεί παρά στον χαρακτήρα του Σμούελ, ο Οζ να βγάζει και το προσωπικό του παράπονο. Ο ίδιος, όπως φαίνεται και σε αυτοβιογραφικό του έργο, μάλλον δε χόρτασε στοργή, χάδι και έμπρακτη αγάπη, αφού η μητέρα του αυτοκτόνησε όταν εκείνος ήταν 12 χρονών.

Στην αρχή του βιβλίου, ο χωρισμός με την Γιαρντένα αναφέρεται χωρίς μελοδραματισμούς, λες και ο βραδυφλεγής Σμούελ δε ζει τα γεγονότα σε όλη τους την ένταση τη στιγμή που συμβαίνουν, αλλά με κάποια διαφορά φάσεως, όταν τα ανακαλεί. Μόλις προς το μέσον της ανάγνωσης αποκαλύπτεται η αληθινή συναισθηματική επίπτωση που εξ αρχής υποψιαζόμαστε: «…για πρώτη φορά εδώ και μήνες, ο σουβλερός πόνος από την εγκατάλειψη της Γιαρντένα και το γάμο της, έμοιαζε πιο μουντός και αδύναμος». Ίσως είναι κι αυτό ένα από τα στερεότυπα, αφού έχουμε ταυτίσει τον χωρισμό με σουβλερό πόνο. Ενίοτε, ο (απο)χωρισμός από μια σοβαρή σχέση, πέρα από τον πόνο (της ματαιωμένης συνήθειας), προκαλεί και μια ανακουφιστική αίσθηση ελευθερίας. Ενδεχομένως, τον Σμούελ δεν τον πείραζε τόσο ο χωρισμός, όσο ο γάμος της με έναν (εξίσου) ξενέρωτο.
Στο ΚΕΦ 33, ξανά η προειδοποίηση: «…άκουσέ με, μην την ερωτευτείς». Ξανά οι αισθηματικές υπερβολές, λες και δεν είμαστε όλοι, ορμονικά ρομπότ. Ρομπότ με κινητήρια δύναμη τις ορμόνες μας και πάντα χρειάζεται να φτιασιδώνουμε το ένστικτο με αισθήματα, που ακόμη κι όταν λείπουν παντελώς, τα επινοούμε! Μην ανησυχείς Βαλντ, δεν θα την ερωτευτεί. Η πλειονότης των αισθημάτων του Σμούελ μάλλον οφείλεται σε αυθυποβολή ή στην περίεργη έλξη που ασκούν λογικά ώριμες γυναίκες σε νεαρούς. Η μοναχική, πληγωμένη, οργισμένη και γεμάτη πόνο Ατάλια περιγράφεται ως ιδιαιτέρως όμορφη και ελκυστική. Ενδεχομένως, αυτό έλκει στοιχεία και από το γεγονός ότι ήταν  το μόνο θηλυκό στο χώρο. Και όσον αφορά την περιγραφή των ρούχων της, χωρίς να κατέχω πολλά πέραν των στοιχειωδών περί ενδυματολογίας, είναι μάλλον η χρονική απόσταση που με κάνει να αναγνωρίζω στις επιλογές της Ατάλια μια αποκριάτικη διάθεση.

Ξανά στο ΚΕΦ 33, κατά την άνοδο στο «όρος» Σιών, και για να επιβεβαιωθεί για άλλη μια φορά ο Μπόρχες, που έλεγε ότι                    «η πραγματικότητα αρέσκεται σε ανεπαίσθητους αναχρονισμούς», ο συγγραφέας αναφέρει τερέτισμα γρύλου και χορωδία βατράχων. Φυσικά, αυτοί οι ήχοι απαντώνται μόνο το καλοκαίρι και όχι στο καταχείμωνο. Φύσει μεγαλόθυμος, προτιμώ να ρίξω το φταίξιμο στις παιγνιώδεις ιδιότητες της πραγματικότητας, παρά σε αβλεψία του συγγραφέα. Η δε παράθεση  των ηχητικών εφέ συνεχίστηκε κατά την Σμούελ και Ατάλιας ανάβαση, με καρτουνίστικη διάθεση: νυχτοπούλια, κουκουβάγιες, αδέσποτα σκυλιά, τσακάλια, (κογιότ, road runner), έδωσαν την νενομισμένη ηχητική περφόρμανς συμβάλλοντας στη δημιουργία της (στερεότυπης) ατμόσφαιρας.
Ευρηματική και με καίρια συνεισφορά στην αφήγηση, η ενσωμάτωση του γράμματος της Μύρι, με διάρκεια ενός ολόκληρου κεφαλαίου. Από το γράμμα αλιεύουμε και τη χρήσιμη πληροφορίας (της ημέρας). Το σύστημα επιστράτευσης εφέδρων του Ισραήλ, ενός έθνους (ή φαντασιακού έθνους) με νοοτροπία επιβίωσης, είναι αυτή του Ελβετικού στρατού, με τη γνωστή δύναμη αποτροπής που προστάτευσε την Ελβετία από τη συμμετοχή σε δύο παγκοσμίους πολέμους.

Είναι προφανές ότι το θέμα της αφήγησης είναι οι προδότες και η αμφιλεγόμενη πράξη της προδοσίας, όπως φανερώνει και ο τίτλος του βιβλίου. Το όνομα του Ιούδα θεωρείται δικαίως ή αδίκως (αδίκως για τον συγγραφέα) συνώνυμο του προδότη. Όλα τα πρόσωπα του έργου είναι ένοχοι προδοσίας ή θύματα προδοσίας. Π.χ, ο αντιήρωας και επιρρεπής σε κάθε είδους αποτυχία Σμούελ, έχει προδώσει τα όνειρα των γονιών του, την επιλεγμένη καριέρα του. Άλλοι δύο αμφιλεγόμενοι δευτερογενείς πρωταγωνιστές είναι ταυτοχρόνως προδότες και προδομένοι. Ο ένας (Ιούδας) προδομένος από τις αυταπάτες του και ο δεύτερος (Αμπραβανέλ) προδομένος (δικαίως) από τη γυναίκα του και προδομένος από το γεγονός (τι τραγική ειρωνεία!) ότι είχε δίκιο για τα δεινά της σύρραξης. Ο Αμπραβανέλ είναι κατά μία έννοια το alter ego του συγγραφέα. Μέσω αυτού ο Αμος Οζ καταθέτει τις δηλωμένες δικές του απόψεις για το μεσανατολικό όπου είναι υπέρμαχος της ύπαρξης δύο κρατών και γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε προδότης. Και κατά δήλωσή του: «προδότης είναι μερικές φορές κάποιος ονειροπόλος, κάποιος που τολμά να αλλάξει».
Όλοι, προδότες και αθώοι, βιώνουν προσωπική ήττα, που για τους Βαλντ και Ατάλια είναι οδυνηρή και άμεση. Και το κοινό τραύμα, επακόλουθο της ήττας, είναι τόσο βαθύ, επιδραστικό και ανθεκτικό στο χρόνο, ώστε ούτε καν «λήθη» δευτερογενής  μέσω απώθησης δεν υφίσταται. Όσον αφορά την Ατάλια, ακόμη και οι ενορμητικές της δυνάμεις και η λιμπιντική τους έκφραση ηττώνται εμπρός σ' αυτή τη συζυγία του έρωτα και του θανάτου.

Το θέμα της προδοσίας, λοιπόν, αν και πολυεπίπεδο, είναι περίβλεπτο, προφανές και σε πρώτο πλάνο. Όμως, αν δεχτούμε και την κατά Barthes πολυστρωματική δομή κειμένου και νοήματος, τότε έχει αξία να κατέβουμε σε ένα υπόστρωμα. Θεωρώ ότι το στοιχείο που συνδέει τους επινοημένους και μη  ήρωες, είναι η συμπεριφορά και η στάση τους απέναντι σε πλάσματα που βρίσκονται στο απόλυτο έλεός τους. Αυτά κατά κύριο λόγο είναι ζωάκια, κατοικίδια ή αδέσποτα, αλλά και άνθρωποι. Ο Σμούελ λ.χ. είναι διαδοχικά το κουτάβι της Γιαρντένα και της Ατάλια. (Ή τουλάχιστον προσποιείται ότι είναι το κουτάβι τους). Ο σκεπτικιστής και αρχικά κυνικός Βαλντ, είναι και λόγω της σωματικής μειονεξίας στο έλεος της αδιαφορίας και της ψυχρότητας του Σμούελ. Το ατύχημα του τελευταίου, αν δεν αντιστρέφει τους ρόλους, τουλάχιστον τον καθιστά ισότιμο του Βαλντ. Επίσης, ο ιδεαλιστής, αλλά μόνο στα λόγια, Σμούελ,  όταν συναντάει στο δρόμο το αδέσποτο γατί, του δίνει ένα χάδι αλλά δεν το διασώζει από το κρύο και τη μιζέρια του, υιοθετώντας το. Όπως θα δούμε και παρακάτω ο Σμούελ ψίχουλα (αγάπης) έδωκε, ψίχουλα θα λάβει. Ο ακτιβιστής, ονειροπόλος, υπέρμαχος της φιλίας των λαών Αμπραβανέλ, φέρεται βάναυσα στη γυναίκα του και ψυχρά στην κόρη του. Ο Ιούδας, δίνει ψήγματα οίκτου στο σκελετωμένο σκυλί και στην κυοφορούσα άσχημη κοπέλα του πανδοχείου, αλλά τελικά, βολικό θύμα των χρονικών συγκυριών, προτιμά την αυτοκτονία με απαγχονισμό στο «καταραμένο» δέντρο, από το να λυτρώσει από τα βάσανα δύο δυστυχισμένα πλάσματα.          
Τελικά, όλοι οι φύσει ή θέσει προδότες της αφήγησης, ονειροπόλοι ή μη, δεν κατορθώνουν να αιτηθούν συγχώρεση δια της χάριτος. Αποτυγχάνουν να δώσουν ή δεν προσπαθούν καν να δώσουν αντισταθμιστική θεραπεία για τις συνέπειες πράξεών τους ή παραλείψεων.

Κλείνοντας, ο Σμούελ, το αδέξιο και αεικίνητο κουτάβι, δεν είναι και τόσο αφελές, αγαθό και αθώο όσο δείχνει αρχικά. Υπάρχει πιθανότητα να είναι κυνικός και όχι κυνάριο. Έχει, ίσως και άθελά του, μια ακαταμάχητη στρατηγική. Οι χρονικές και κοινωνικο-οικονομικές συγκυρίες είναι τέτοιες ώστε το κατάλληλο γι αυτόν target group στον ερωτικό τομέα να είναι οι «φιλεύσπλαχνες» και οι «απελπισμένες». Η ανεπιτήδευτη τακτική αποδείχτηκε εκ προοιμίου παραγωγική. Η φιλεύσπλαχνη Ατάλια επιδαψίλευσε στο πληγωμένο κουτάβι «λίγα ψίχουλα αγάπης» (και στοργής) και μετέπειτα κάτι ανάλογο καρβελιού. Παραπάνω χαρακτηρίσαμε τον Σμούελ «βραδυφλεγή». Θα συμπληρώσουμε τον χαρακτηρισμό έχοντας υπόψη και τα στοιχεία από την διαχείριση των ψυχίων αγάπης, απονέμοντάς του τα προσωνύμια, αρχικά του «ακαριαίου» και ακολούθως (μετά από πρακτική εμπειρία) του «εγκαιροφλεγούς». Ωστόσο, η θέρμη και η τροφή ήταν ανεπαρκείς και δεν ξεπέρασαν την κρίσιμη μάζα ώστε να γίνουν τρυφή. Παρά ταύτα, το κουτάβι επιβίωσε του χειμώνα και διασχίζοντας μόνο του και μοναχό του την ανοιξιάτικη έρημο:

… ησθάνθη ότι έζη πάλιν, ότι
απέβαλλε τα επαχθή δεσμά
γνωστών πραγμάτων και οικιακών.
Και η τυχοδιώκτις του καρδιά
ηυφραίνετο ψυχρώς, κενή αγάπης.*

Δημήτρης Σπυρίδωνος




* Κ.Π. Καβάφης, Δευτέρα Οδύσσεια.