Οι αναγνώστες

Οι αναγνώστες
"Τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας". Franz Kafka

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

Η κριτική του Δημήτρη Σπυρίδωνος για το βιβλίο Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ


ΚΟΥΤΣΟ
του Χούλιο Κορτάσαρ

Τι σοφόν ποιών; Γνώμας καινάς εξευρίσκων.
Αριστοφάνης, Νεφέλαι


Τα «καινά δαιμόνια» και ο λογοτεχνικός πειραματισμός κυριαρχούν στη δεκαετία του 60'· ο Τόμας Πύντσον εμφανίζεται με το «V» κι οι εκπρόσωποι της γενιάς των Beatniks συνεχίζουν να δημοσιεύουν μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές. Το κείμενο του Κορτάσαρ έρχεται να προστεθεί σε αυτόν τον αφηγηματικό οργασμό, εξιστορώντας τυχαία και άτυχα αποσπάσματα της ζωής του Ολιβέιρα, ενός Αργεντίνου που ζει Παρίσι, υιοθετώντας όλα τα στερεότυπα του μποέμ. Ο Ολιβέιρα σε αυτό το στάδιο είναι δικαιούχος κάποιου επαρκούς καταπιστεύματος ώστε ελάχιστες ρυτίδες μερίμνης περί βιοπορισμού να αυλακώνουν το ευγενές μέτωπό του. Έτσι, έχει την πολυτέλεια να διαλογίζεται και να ζει την προσωπική του μυθολογία και ψυχο-ιστορία, έχοντας μάλιστα την πεποίθηση ότι επέλεξε λάθος μονοπάτι στη ζωή κι ότι ο ίδιος αποτελεί μια αυτο-επισημανθείσα αποτυχία. Αλλά, και πάλι, πορευόμενος σε οποιοδήποτε άλλο μονοπάτι στη ζωή του ή χοροπηδώντας σε ένα παιχνίδι «κουτσό»,  στο ίδιο σημείο δε θα είχε καταλήξει ξανά;
Αν έχει νόημα μια καλλιτεχνική δεοντολογία που αναγνωρίζει την πρωτοτυπία ως τη μόνη αξία, τότε η πιο σημαντική πτυχή του έργου, είναι σαφέστατα η μορφή του. Το βιβλίο χωρίζεται σε 56 κανονικά κεφάλαια και 99, χαρακτηριζόμενα ειπείν, αναλώσιμα. Σ' αυτή την ασυνήθιστη για την εποχή της λογοτεχνική ασυμμετρία, ο αναγνώστης μπορεί να επιλέξει είτε να διαβάσει τα κανονικά κεφάλαια με τη σειρά, αγνοώντας τα αναλώσιμα, ή να ακολουθήσει τη σειρά ανάγνωσης που προτείνει ο ίδιος ο συγγραφέας. Το λέει και ο περίφημος Morelli: «Το βιβλίο μου μπορεί κανείς να το διαβάσει όπως θέλει. [...] Το μόνο που κάνω εγώ είναι να το τακτοποιώ όπως θα ' θελα εγώ να το ξαναδιαβάσω».
Τίθεται, τώρα, το ερώτημα: αν πέραν της γραμμικής ανάγνωσης των πρώτων 56 κεφαλαίων, η ακολουθία ανάγνωσης των υπολοίπων κεφαλαίων ήταν απολύτως τυχαία, θα άλλαζε αισθητά το αποτέλεσμα; Όλο αυτό μου θυμίζει κατ΄ αναλογία την περίφημη τεχνική dripping του διάσημου ζωγράφου Jackson Pollock. Ακόμη δεν έχω πειστεί: αν o Pollock, αντί για το καφέ σκόρπιζε στον επιδαπέδιο καμβά πρώτα τα κίτρινο, οι κριτικοί θα περιφρονούσαν το συγκεκριμένο έργο;  
Η μορφή του κειμένου, καθώς και η επιδεξιότητα διαχείρισής της, είναι μία από τις πολλές καινοτομίες του έργου. Σχεδόν κάθε σελίδα βρίθει από τυπογραφικά, γλωσσικά κι εννοιολογικά πειράματα που άλλοτε προσθέτουν γοητεία και άλλοτε προσομοιάζουν φθηνά τεχνάσματα.
Στο πρώτο μέρος κυριαρχεί ένας –ας  μας επιτραπεί ο όρος– ένας  γαλλοκεντρικός αυτισμός και αυτοαναφορικότητα. Αναφέρονται συνεχώς και χωρίς να είναι πάντα απαραίτητο, τα σημαντικά και ασήμαντα τοπωνύμια των Παρισίων, τα ονόματα των δρόμων, των συνοικιών, των γεφυρών και των café, λες και εκπορεύονται από έναν θαμπωμένο από τα φώτα της πόλης του φωτός, επαρχιώτη. Παρατίθενται, επίσης, σωρηδόν, αμετάφραστες γαλλικές φράσεις που δεν έχουν λόγο να παραμένουν στη γλώσσα του Ρακίνα, με αποτέλεσμα την εκνευριστική διαδικασία αναζήτησης του νοήματος στον λαβύρινθο σημειώσεων στο τέλος του βιβλίου. (Julio, με έκανες να μέμφομαι τον εαυτό μου που δεν έμαθα γαλλικά).
Ο Κορτάσαρ είναι καλός συγγραφέας αλλά εδώ παρουσιάζεται διακεκομμένα καλός… Αν εστιάσουμε στον Ολιβέιρα και ενδεχομένως μέσω αυτού και στον Κορτάσαρ,  θα δούμε ότι ο πρωταγωνιστής του «Κουτσού» παρουσιάζεται εύκολα εκστασιασμένος με κάθε επιχρυσωμένο, τετριμμένο και επιφανειακό θέμα που άπτεται της ζωγραφικής, της μουσικής, της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας και της ψυχολογίας. Παρατίθενται ονόματα και ζητήματα ως απλές αναφορές και ακροθιγώς, ίσως και με επιδεικτικό τρόπο, δείγμα ότι ο συγγραφέας ίσως δεν έχει εντρυφήσει σε όλα από αυτά. Κάποια στιγμή μας το πετάει και με παιγνιώδη τρόπο στα μούτρα: ο Ολιβέιρα χαρακτηρίζεται από «επιδειξιμανία συνειρμικής μνήμης».
Πέραν των περιγραφών, σχεδόν σε κάθε μία από τις υπόλοιπες παραγράφους έχουμε έναν καταιγισμό από υψηλόφρονες γενικεύσεις, σχόλια, γνώμες, διαισθητικές αλήθειες και αμφιλεγόμενα συμπεράσματα που θυμίζουν πρώιμη αμπελοφιλοσοφία τύπου Πάολο Κοέλιο, και σερβίρονται με το υποβλητικό ιδίωμα αρχαίου σοφιστή ή βουδιστή γκουρού. Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν και αποσπάσματα του έργου, προϊόντα οξύνοιας και διαύγειας που με συγκίνησαν, αλλά πρέπει να είναι κανείς αφοσιωμένα προσεκτικός για να διακρίνει στο κείμενο τα φυσικά μαργαριτάρια μέσα στο πλήθος από χάντρες και καθρεφτάκια. Η αίσθηση ενίοτε μετριάζεται από την παιγνιώδη διάθεση του συγγραφέα, ενώ ένας ναρκισσισμός αχνοφαίνεται κρυμμένος πίσω από έναν ανάλαφρο, ευρέως αποδεκτό και συγκινητικό αυτοσαρκασμό. Π.χ. ο Ολιβέιρα χαρακτηρίζεται από τον Γκρεγκορόβιους ως «ερασιτέχνης διανοούμενος».
Η αγάπη για τη μουσική γενικώς και οι εξειδικευμένες γνώσεις για την τζαζ είναι διάχυτες σε όλο το κείμενο του πρώτου μέρους. Μου άρεσε αυτή η αναδρομή μιας και αγαπάω τη συγκεκριμένη μουσική. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1963 και το να παρουσιάζεται ακόμη ως αβάντ γκάρντ η τζαζ είναι μάλλον άτοπο, όταν ήδη η φρέσκια θύελλα του Ροκ εν Ρολ σάρωνε το νεανικό κόσμο ανά τον κόσμο. Προφανώς ο αφηγηματικός χρόνος της ιστορίας είναι προγενέστερος αυτού της έκδοσης, αφού αν λάβουμε υπόψη τις αναφερόμενες τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, βγάζουμε συμπέρασμα ότι το νόμισμα που κυκλοφορεί είναι το λεγόμενο πληθωριστικό φράγκο, το οποίο είχε αποσυρθεί ήδη από το 1959. Επίσης, μου κάνει εντύπωση ότι ενώ αναφέρονται σωρηδόν σημαντικοί και ασήμαντοι εκπρόσωποι του πνεύματος (μερικές φορές εν είδει επίδειξης γνώσεων ή ως διακοσμητικά στοιχεία των παραγράφων), υπάρχει παντελής έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στον Λακάν, του οποίου τα περίφημα «σεμινάρια» είχαν ξεκινήσει από το 1953, είχαν κάνει μεγάλη αίσθηση στο Παρίσι και όχι μόνο, ενώ είχαν υιοθετηθεί από τους κύκλους των Νοτιοαμερικανών ψυχαναλυτών.
Μιας και αναφερθήκαμε στον Λακάν, δεν είναι άσχημη ιδέα να χρησιμοποιήσουμε στοιχεία της ψυχαναλυτικής του θεωρίας, καθόσον αυτή συνιστά μια μεταγλώσσα με κύρος ή ένα τεχνικό λεξιλόγιο που μπορεί να εφαρμοστεί ως εργαλείο ερμηνείας στα λογοτεχνικά έργα. Δε χρειάζεται να ζοριστούμε και πολύ, διότι ο συγγραφέας, συνειδητά ή και ασυνείδητα αφήνει εμφανέστατα «ψυχαναλυτικά σημεία» ως «συμφωνημένα υπονοούμενα». Παραδείγματος χάριν, έχουμε το γεγονός ότι ο Ολιβέιρα διεγείρεται από το απεχθές τόσο με την ηλικιωμένη πιανίστα όσο και με την κλοσάρ κάτω από τις γέφυρες. Και στις δύο περιπτώσεις περιγράφονται επιεικώς δυσάρεστες οσμές κυμαινόμενες σε εύρος από πλημμελή ατομική υγιεινή έως ακράτεια. Εδώ συναντάμε και την έννοια του (a-bject) απo-κειμένου (κατά το υπο-κείμενο) της Τζούλια Κρίστεβα. Εκεί το αποκείμενο είναι καταδικασμένο να ζει έξω από τη συμβολική τάξη του κόσμου. Το απεχθές, το απόβλητο, το αντικείμενο αποστροφής, άλλοτε αποβάλλεται ως εκφυλισμένη ετερότητα (otherness) και άλλοτε μετατρέπεται σε object και αντικείμενο πόθου. Εκεί, στο ακάθαρτο βυσσοδομεί η ερωτική ενόρμηση, το μίασμα ως συνεκδοχική παράσταση του πόθου μετατρέπεται σε διέγερση και τρυφή. Δε θα χαρακτηρίσουμε τη συμπεριφορά αυτή ως παρέκκλιση, άλλωστε η τελευταία ανήκει στην επικράτεια των συκοφαντημένων λέξεων· πάντως αυτή η συμπεριφορά συνδέεται με τη μητέρα και την πρωκτική φάση της βρεφικής ηλικίας. (Είναι προφανές κύριε Watson, πρόκειται και καραμπινάτο Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα! – Τρέμε Ίρβινγκ Γιάλομ!) 
Αν και στον ίδιο τον Ολιβέιρα διακρίνουμε κατάλοιπα των φάσεων της ανάπτυξης, εν τούτοις για την Μάγα αντιπροσωπεύει την πατρική φιγούρα, τον Νόμο, τη Λακανική Συμβολική Τάξη. Τον ρόλο αυτό τον αναγνωρίζει ο Ολιβέιρα και τον αναλαμβάνει δύσθυμα.  Η Μάγα, όπως αναφέρει το κείμενο, «μπορεί να ζει μέσα στην αταξία χωρίς να την αναχαιτίζει καμία συνείδηση τάξης». Άλλοτε παρομοιάζεται με χελιδόνα που πετάει στον ουρανό, ως υποκείμενο «σημειωτικής (κατά Κρίστεβα) δραστηριότητας», ελεύθερη και δέσμια του ασυνείδητου, από τις ορμές τους σώματος, τις ενστικτώδεις παρορμήσεις και τον σωματικό ρυθμό σε αντιδιαστολή με τη «συμβολική δραστηριότητα» του Ολιβέιρα. Αναρωτιέται ο τελευταίος: «Τι πρέπει να κάνω; Μέσα σ’ όλη τη χαώδη αταξία εξακολουθώ  να πιστεύω πως είμαι μια ανεμοδούρα που μετά από κάθε περιστροφή πρέπει να δείξει ένα βορρά, ένα νότο».

Και ο έρωτας του Ολιβέιρα για την εύλεκτρο Μάγα, μοιάζει με αυθυποβολή. Λογίζεται πιθανόν και ως σύγκρουση μιας συνειδητής και μιας απωθημένης διέγερσης και αυτά μας παραπέμπουν στην κατά Λακάν αδύνατη απόλαυση του «Άλλου» (ή και του «άλλου»). Ο ομόκλινος Άλλος δεν βιώνεται έτσι στην πραγματικότητα της σεξουαλικής του απόλαυσης αλλά στην οδύνη της μοναδικής του ξ-ενικότητας. Πράγματι, αφενός έχουμε μια δυνατή και αριστοτεχνική περιγραφή μιας «σκηνής» εναλλακτικού ερωτισμού με τη Μάγα και από την άλλη ο Ολιβέιρα ομολογεί: «στις πιο χειμαρρώδεις στιγμές του έρωτα μελαγχολούσε και προαισθανόταν την απώλεια και τη λήθη». Και αυτό μας θυμίζει τη λατινική φράση Post coitum, omne animal triste est (αποδίδεται στον Γαληνό και σημαίνει: Μετά τη συνουσία, κάθε ζώο είναι θλιμμένο). Είναι βεβαίως αποδεκτό να μελαγχολείς «μετά», αλλά αν μελαγχολείς «κατά τη διάρκεια» υπάρχει θέμα. Ειδικά σ' αυτό το θέμα το timing παίζει ρόλο.
Ο Οράσιο Ολιβέιρα μέσα στην επιτηδευμένη και μετρημένη αταραξία του, κατατρύχεται από τη φαντασίωση του ανέφικτου έρωτα και της απόλαυσης. Όμως, από τη φύση της, η απόλαυση είναι αδύνατη. Δεν είναι ποτέ κατάλληλη, ούτε τέλεια ούτε οριστική. Αποτυγχάνει πάντα και είναι συστατικό αυτής της ουσιώδους μιζέριας της ανθρώπινης κατάστασης, αυτή που άπλωνε ακόμη και γύρω από τη μοιραία σχέση του Ολιβέιρα με τη Μάγα μιαν αύρα ανούσιας πλήξης. Παραδόξως, όμως, αυτή η μιζέρια είναι συνάμα και συνώνυμο ζωής. Αναφέρεται στο κείμενο. «Ναι· ίσως ο έρωτας, αλλά αυτή η otherness μας διαρκεί όσο και μια γυναίκα, και μόνο σε ό,τι αφορά αυτή τη γυναίκα. Κατά βάθος δεν υπάρχει otherness, μετά βίας μια ευχάριστη togetherness. Κάτι είναι κι αυτό…»
Το υποκείμενο επιθυμεί ένα πράγμα, την επιθυμία του Άλλου: θέλει να ξέρει ο Άλλος ότι το υποκείμενο παριστάνει γι' αυτόν το πολυτιμότερο πράγμα. Και κάποιες γυναίκες έχουν ανάγκη το βλέμμα του άλλου για να συστήσουν τον εαυτό τους. Καημένη Γκρεπέτκεν! Είναι το αιώνιο θύμα της ετεροβαρούς σχέσης. Είναι το παράδειγμα για μια μαζοχιστική διάσταση γυναικείας επιθυμίας, ή κατά κάποιο τρόπο «ερωτικοποίηση των σχέσεων κυριαρχίας».
Ο Οράσιο στο δεύτερο μέρος, εντός των ψυχολογικών του διοράσεων είναι σαν παιδί που διάγει «το στάδιο του καθρέφτη». Προβάλει στην Ταλίτα το φαντασιακό είδωλο της Μάγα και αναγνωρίζει τον Τράβελερ ως alter ego, σαν doppelgänger ή ίσως και σαν το δικό του είδωλο στον καθρέφτη. Και αυτός ο κατοπτρισμός του εαυτού εις εαυτόν οδηγεί σε μονολογική έξαρση, που συνάμα συγκροτεί μια πρωτόγνωρη εσωτερικότητα, μια αναστοχαστική δυναμική. Και τελικά η ατομικότητα με τον αυτοανακλαστικό της αναδιπλασιασμό, συνιστά τον κατακερματισμό του εαυτού. Ευτυχώς, όμως, αυτό δεν οδήγησε στη λύση του κορμού του μυθιστορήματος μέσω του θλιβερού κλισέ της αυτοκτονίας του ήρωα. Το εκτιμώ αυτό!  
Και τώρα ας συνοψίσουμε! Διαβάζοντας στο δίκτυο κριτικές για το ΚΟΥΤΣΟ, ανακάλυψα με ικανοποίηση ότι ανήκω στην ελίτ του 2% των ανικανοποίητων αναγνωστών! Φίλος στο γούστο του οποίου έχω εμπιστοσύνη, δήλωσε ότι ανοίγοντας και διαβάζοντας οποιαδήποτε σελίδα «άκουγε μουσική», ενώ κάποιος άλλος χαρακτήρισε το έργο «μνημειωδώς βαρετό». Ένα από τα σημεία που συμφωνούν οι κριτικοί είναι ότι το ΚΟΥΤΣΟ είναι αυτοδικαίως ένα παιχνίδι. Αν κάποιος δείξει την ανάλογη σοβαρότητα στο έργο, όπως σε ένα παιχνίδι, θα πρέπει να το παίξει ανάλαφρα και με χαλαρότητα και όχι απελπισμένα και με πάθος, ακόμη κι αν χάσει. (Το λάθος στο παιχνίδι είναι ότι κάθε τρεις και λίγο η μπάλα σκαλώνει σε παρακείμενο δέντρο, ή κυλάει στον δρόμο εκτός γηπέδου).
Ίσως ο ιδανικός αναγνώστης για το παρόν είναι αυτός που θα διαβάσει δύο και τρεις φορές το βιβλίο προσπαθώντας να βρει αντικειμενική συστοιχία, υπαρκτούς και ανύπαρκτους συμβολισμούς, να ερμηνεύσει το τυχαίο ή να διακρίνει μοτίβα στο χάος. Όμως η ζωή είναι τόσο μικρή και τα βιβλία είναι τόσα πολλά…
Αν τελικά δύναται να ανακτηθεί ο συγγραφέας από το κείμενο, η γραφή στο παρόν έργο θυμίζει ένα είδος θεραπείας αντίστοιχο με τον ελεύθερο συνειρμό. Θα μπορούσε να είναι ένα χαώδες ντελίριο αυτόματης γραφής, ένας συνειρμός ακούσιων ιδεών κάτω από τις εκούσιες δομές του κειμένου. Ο συγγραφέας αναφέρει: «…κι όλα αναζητούν μια μορφή, οπότε μπαίνει στο παιχνίδι ο ρυθμός, κι εγώ γράφω σ’ αυτόν τον ρυθμό, αυτός ο ρυθμός με κάνει να γράφω, ο ρυθμός με ωθεί να γράφω και όχι αυτό που το λένε σκέψη και γεννάει την πρόζα, λογοτεχνική ή άλλη Παρά ταύτα, αυτό μου έλειψε: ο ρυθμός! Ο ρυθμός παρουσίασε ηθελημένες μάλλον ασυνέχειες και ως εκ τούτου ήταν για μένα «κουτσός» ρυθμός. Πόσο πιο ωραίο θα ήταν το αποτέλεσμα, αν το κείμενο μετατρεπόταν σε ήχο, σε ακουστικό βιβλίο (audio book),  όπου μια γοητευτική υπνωτιστική φωνή θα μας νανούριζε και θα μας έτερπε, χωρίς τους ήχους των κουτσών χοροπηδημάτων και της εκνευριστικής αναζήτησης παραθεμάτων και μετάφρασης φράσεων στο τέλος του χάρτινου και δυσλειτουργικά τυπωμένου βιβλίου. Δεν μπορεί, θα έβγαζε προσωδία και αναγνωστική, αν όχι απόλαυση (Jouissance), τουλάχιστον ευχαρίστηση (Plaisir). (Βλέπε: Ρολάν Μπάρτ, Η Απόλαυση του Κειμένου).   
Διέκρινα αρκετές καλές στιγμές στη γραφή και μου άρεσαν πολλά από τα αποσπάσματα του βιβλίου, αλλά πάνω απ’ όλα μου άρεσε το σχηματικό ποιηματάκι του Οκτάβιο Πας που συγκροτούσε το κεφάλαιο 149!
Με κίνδυνο να φανώ ιερόσυλος, τολμώ να πω ότι το έργο είναι, τηρουμένων των αναλογιών, πλίνθοι και κέραμοι εντέχνως ειρημένοι, παρά ταύτα πλίνθοι και κέραμοι, κι ας είναι κάποιοι πλίνθοι στιβαροί και κάτι κέραμοι που αστράφτουν.