Οι αναγνώστες

Οι αναγνώστες
"Τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας". Franz Kafka

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Η σχισμή. Μια διεξοδική ανάλυση από τον Δημήτρη...

Η Σχισμή
Doris Lessing
Από την «Σχισμή», δεν είχαμε την απόληψη αναγνωστικής ευχαρίστησης που αναμέναμε. Στο έργο υπάρχουν όλα και από λίγο: συμβολισμοί, σύμβολα, αλληγορίες, παρωδία. Και αυτά σε μια αφήγηση χωρίς εντάσεις, χωρίς εξάρσεις, ήπια, ήρεμη και ενίοτε επίπεδη, σχεδόν αδιάφορη. Ακόμη, όμως, και σε ένα φαινομενικά ανιαρό μπορεί να βρει κανείς πολλά, εμφανή ή μη, ενδιαφέροντα στοιχεία, με τα οποία θα ασχοληθούμε ακροθιγώς.
Οι συμβολισμοί που αναφέραμε, είναι άλλοτε διφορούμενοι και άλλοτε στερεότυποι έως απλοϊκοί, σαφώς αναγνωρίσιμοι και ερμηνεύσιμοι με τα εργαλεία της ψυχανάλυσης. Άλλωστε, τόσο η Λέσινγκ, όσο η Τζούλια Κρίστεβα με την οποία ακολούθησαν τηρουμένων των αναλογιών βίους παράλληλους και ασύμπτωτους, αποστασιοποιήθηκαν από τον μαχόμενο φεμινισμό και ενστερνίστηκαν τις αρχές της ψυχανάλυσης.
Στο παρόν έργο, έχουμε το σχήμα μιας ιστορίας μέσα σε ιστορία. Ο αφηγητής είναι ένας ευγενής Ρωμαίος συγκλητικός στην εποχή του Νέρωνα. Παρά τον χρονικό προσδιορισμό, η ζωή του και οι προτιμήσεις του θυμίζουν  μάλλον Ρωμαίο στην εποχή της ύστερης αρχαιότητας, μια εποχή που χαρακτηρίζεται από τη λατρεία της ήρεμης ζωής μέσα στη φύση, την άνθιση της ρωμαϊκής αγροικίας, των βουκολικών οραμάτων και της εξιδανικευμένης Αρκαδίας. Φυσικά, τα πρότυπα και ιδεώδη του ελληνισμού βρίσκονται σε μεγάλη εκτίμηση. Δεν θυμίζει ο αφηγητής τον τυπικό συγκλητικό της εποχής του, που όχι λίγες φορές αναλαμβάνει στρατιωτικά διοικητικά καθήκοντα για νέες κατακτήσεις, αιματηρές καταστολές με χρήση υπερβάλλουσας, βάρβαρης και άσκοπης βίας. Ο ίδιος, είναι αξιοσημείωτο ότι κατατρύχεται από ενοχές για την έξαψη που νιώθει στην θέα του αίματος και των αγριοτήτων στις αρένες. Θεωρεί το εαυτό του ιστορικό, έχοντας υπόψη την τυχαία και υποκειμενική φύση της Ιστορίας. Διατηρεί, ως εκ τούτου, την τάση να εξορθολογίζει τα γεγονότα με βάση το δικό του χρονικό – ιστορικό και κοινωνικό φόντο, αλλά και να σκέφτεται εκτός πλαισίου: «Κι αν δεν τους είχε διδάξει κανείς τη μοναξιά; Αν κανείς δεν τους είχε διδάξει τη θλίψη;»
 Η κύρια ιστορία, («ψίθυροι από το παρελθόν»), είναι το προϊόν της μελέτης του ευφυούς ιστορικού σε μια στοίβα γραμμένες περγαμηνές. Η καταγραφή είναι μεταγενέστερη, αφού στις άπειρες και επάλληλες εποχές που διαδραματίστηκε η πορεία των Σχισμών στο χρόνο, δεν υπήρχε γραφή παρά οι αόριστα περιγραφόμενες Μνήμες και η Κοινή Μνήμη, που διασώζουν νοητικά ή προφορικά ότι αξίζει να σωθεί από το παρελθόν, θυμίζοντάς μας τους αοιδούς και τα έπη, αλλά και τη Μνημοσύνη τη μητέρα των μουσών και βέβαια την εγκεφαλική μνήμη ως μητέρα της ευφυΐας.
Η κεντρική ιδέα της αφήγησης είναι μια αναδιατύπωση του μύθου της γένεσης του βιολογικού μας είδους. Δεν είναι η Εύα που ακολουθεί· αυτή πλάθεται και ο Αδάμ γεννιέται από αυτή. Οι Σχισμές είναι το πρώτο ανθρώπινο είδος που ξεπήδησε από το νερό. Αντιστρέφεται η αριστοτελική ρήση ότι το θηλυκό αποτελεί ανάπηρο αρσενικό, μια απόκλιση («παρέκβασις») του αρσενικού και η κατά μία έννοια θεώρηση του Λακάν ότι το θηλυκό είναι «σύμπτωμα».
Η ιστορία αρχίζει ως ουτοπικός μύθος όπου στις Σχισμές δεν έλειπε τίποτα, δεν επιθυμούσαν τίποτα και ζούσαν χωρίς αίσθηση τόπου και χρόνου. Η ειδυλλιακή κατάσταση διαταράσσεται από την παρουσία του «άλλου», (πάντα κόλαση είναι οι άλλοι). Η εμφάνιση των Τεράτων ήταν είτε Ιστορική Αναγκαιότητα είτε, αν θυμηθούμε τον Ντεριντά, μια αναγκαία εφεύρεση του «άλλου» για αυτοπροσδιορισμό πέραν των κοινωνικών διακρίσεων. Με τον «πόλεμο» των φύλων ξεκινάει και η γέννηση του πολιτισμού, με κίνδυνο όμως ο μύθος να καταλήξει ενδεχομένως ως δυστοπία.
Η συγγραφέας δε φαίνεται να αγωνιά για αυστηρά επιστημονικά δεδομένα και αποδείξεις από τις σημερινές γνώσεις βιολογίας. Παρά ταύτα, εμπνεύστηκε το αφήγημα από την ανάγνωση ενός επιστημονικού άρθρου, που εικάζει ότι εμφανίστηκε πρώτα το θηλυκό και μεταγενέστερα το αρσενικό φύλο. Οι Σχισμές θεωρούν ότι έχουν προέλθει από κοσμικά αυγά, παραδοχή που φέρει συγγένεια με μεσογειακούς μύθους, όπως ο μύθος της Αφροδίτης, η οποία γεννήθηκε από αφρό που περιείχε το σπέρμα ενός αρσενικού Θεού. Υπό το φως των βιολογικών θεωριών σχετικά με παρθενογένεση ή «γυνογένεση», μερικά ψάρια μπορούν να αναπαραχθούν ως αποτέλεσμα της επαφής με γενετικό υλικό ενός διαφορετικού είδους που μεταφέρει το νερό.
Οι Σχισμές ζουν στα σπήλαια, τα οποία είναι μεταφορικά μήτρες όπου προστατεύονται τα παιδιά τους. Το σπήλαιο, κατά τον Γιουγκ, είναι ο τόπος της αναγέννησης, εκείνη η μυστική κοιλότητα στην οποία κάποιος κλείνεται με σκοπό την εκκόλαψη και την ανανέωση. Πέραν του αυτοπροσδιορισμού τους ως Σχισμές, κατ’ αντιστοιχία με την ηφαιστειακή σχισμή, το θηλυκό στοιχείο εκφράζεται από τις αναφορές στους μεγάλους, κατάφορτους από γάλα, μαστούς και τα μάλλον παχύσαρκα σώματα (βλ. αντιστοιχία με την γλυπτική απεικόνιση της προϊστορικής θεάς της γονιμότητας).
Η Σχισμή που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, είναι το ισχυρό σύμβολο του θηλυκού. Στέρεος και στερεός βράχος μεν, συνδέεται με το υγρό στοιχείο και την ρευστότητα. Γίνεται ο τόπος που εξασφαλίζει και εγγυάται την ροή, την τελετουργία της συλλογικής έμμηνης ρήσης, αλλά και τη γονιμότητα, την ικανότητα του σώματος να δώσει ζωή. Όμως, απαιτεί περιοδικώς ανταλλάγματα: ανθρωποθυσίες. Και υπάρχει και η δυσοίωνη εικόνα των θανατηφόρων οσμών και της αποσύνθεσης των σωμάτων. Αναφέρουμε και το γεμάτο Φροϋδικές εικόνες συμβάν, την απόπειρα των γηραιών Σχισμών με δόλωμα νεαρές Σχισμές να εξαφανίσουν τα Τέρατα. Αυτά, ζαλισμένα από τις ακάθαρτες οσμές υπήρχε η προσδοκία ότι θα γκρεμίζονταν εντός της Σχισμής, το αιδοίο του βράχου, ένα οπτικό ισοδύναμο με την κατά τον Γιουγκ καταβροχθίζουσα μητέρα.
Οι Σχισμές, καθώς προείπαμε, δεν έχουν επίγνωση του χρόνου. Κυριαρχούνται από την κυκλική αίσθηση του χρόνου, τον κυκλικό χρόνο, όπως ο αέναος κύκλος του φεγγαριού και η επανάληψη του κύκλου της εμμήνου ρήσεως.  Και αυτή η φαινομενικά ατέλειωτη επανάληψη είναι μια μορφή αθανασίας. Είναι δεμένες με την «Εστία», είναι αυτάρκεις, διαθέτουν ηρεμία, χαρακτηρίζονται από απάθεια. Αρχικά θεωρούνται αδερφές μεταξύ τους, δίνουν έμφαση στο «εμείς» και τη συλλογικότητα.
Για τα Τέρατα ή Έμβολα, ο χρόνος είναι γραμμικός, γεγονός που ευνοεί τον πολιτισμό που απαιτεί τη γραμμικότητα. Δίνουν έμφαση στο «εγώ» και στην ατομικότητα. Η ζωή τους περιλαμβάνει το στοιχείο της δράσης, της περιέργειας, της εξερεύνησης, αλλά και της ανάληψης άσκοπου ρίσκου με ολέθριες συνέπειες. Και αυτό διότι αγνοούσαν την αιτιότητα και τις συνέπειες των πράξεών τους. Τα επικίνδυνα παιχνίδια και τα ανώφελα ρίσκα των αρσενικών, που γενικά έχουν τη βάση τους στην ανταγωνιστική ερωτική τελετουργία προσέλκυσης των θηλυκών, στο παρόν αφηγηματικό σύμπαν μοιάζουν τόσο ανούσια και φθοροποιά που το μόνο που κατορθώνουν είναι να προκαλέσουν ρήξη στις δύο φυλετικές κοινότητες. Και μάλιστα όταν είναι γενική η παραδοχή: «Πόσο λίγοι είμαστε, πόσο εύκολα πεθαίνουμε». Είναι ενδιαφέρον ότι η καταστροφική διατάραξη μεταξύ των κοινοτήτων περιγράφεται με τη ισχυρή λέξη: «θόρυβος».
Οι αρσενικοί μάλλον δεν έχουν πραγματική επαφή με το περιβάλλον. Βιώνουν την αποκοπή από την αυτάρκεια και ασφάλεια του υγρού στοιχείου. Όμως, αποσυνδέονται και από τη Γη, σκαρφαλώνουν στα δέντρα, οικειοποιούνται ως σύμβολο του αέρα, τον αετό που δρα ως προστάτης. Αντίθετα, οι γυναίκες εκπροσωπούνται από ένα άλλο αρχετυπικό σύμβολο του αρχέγονου πλάσματος του νερού, τον ιχθύ, ή την φώκια (βλ. σελ 118, οι βράχοι ξέχειλοι από Σχισμές), ή την γοργόνα της διφυούς φύσης και είδους, που θυμίζουν έντονα οι ημιβυθισμένες στο νερό Σχισμές. Αυτή η βύθιση στο νερό, ως βύθιση στο αμνιακό υγρό της Γης, είναι μάλλον ευθεία αναφορά στη συσχέτιση του Γιουγκ μεταξύ νερού και ασυνείδητου.
  Γενικώς, το θηλυκό φύλο προσδιορίζεται από τη σχέση του με το «είναι», το αρσενικό με το «πράττειν».
Η πρώτη επίσκεψη Σχισμής στο στρατόπεδο των Εμβόλων κατέληξε σε βιασμό και σε φόνο, δηλαδή αιμομιξία και εν τέλει, μητροκτονία. Εδώ το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα δεν υφίσταται ούτε κατ’ αντιστοιχία, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχουν ακόμη πατέρες. Η βία δεν είναι προϊόν αντεκδίκησης για την σκαιά μεταχείριση των πρώτων τεράτων, αλλά, πέρα από τη σχέση της με την τυχαία αδεξιότητα, έρχεται ως απάντηση στη σεξουαλική διαφορά και οδηγεί στην εδραίωση της συλλογικής ταυτότητας. Η μη εδραιωμένη λογική της βίας φαίνεται από την απάντηση στο ερώτημα: Γιατί διέσωσαν οι αρσενικοί τη γριά θηλυκιά; «Μα έκλαιγε»!
Στη δεύτερη επίσκεψη δύο Σχισμών και τα παιχνίδια με τα Έμβολα, έχουμε ουσιαστικά τον πρώτο χωρισμό από τη συλλογική μητρότητα της ακτής. Τα κορίτσια γίνονται σκεπτόμενα υποκείμενα και αρχίζουν να μάχονται για την αυτονομία τους, ως αποτέλεσμα της έκθεσής τους στην κοινότητα του «άλλου». Από την ουσιαστική επαφή των φύλων έχουμε περαιτέρω αλληλεπιδράσεις και εξελίξεις. Εμφανίζεται ο αυτοπροσδιορισμός με την υιοθέτηση ονομάτων (η Μερ και η Άστρη). Αργότερα, ένα από τα αγόρια αναγνωρίζει τον εαυτό του στο μωρό της Μερ. Αυτό συνιστά ένα από τα πρώιμα στοιχεία έναρξης της οικογενειακής ζωής.
Δεν ξέρω αν αυτό είναι ηθελημένη αναφορά της Λέσινγκ για την επιβολή ή εκλογή κοινωνικών ρόλων. Αναφέρομαι, φυσικά, στο συμβάν όπου οι επισκέπτριες Σχισμές στην κατασκήνωση των Τεράτων, φτιάχνουν σκούπες και καθαρίζουν τα άθλια καταλύματα. Αλλά αυτό, υπονομεύει και το κόνσεπτ της συγγραφέως για έλλειψη εφευρετικότητας των θηλυκών. Επίσης, φαντάζει παράδοξο ότι οι υποτιθέμενες νωθρές και παθητικές Σχισμές κατέχουν μια λειτουργική γλώσσα την οποία μεταδίδουν στα Τέρατα τα οποία «μιλούν σαν παιδιά», πράγμα φυσικό ως βιολογικά μεταγενέστερα.     
Η ιστορία τελειώνει με την ανατίναξη του βράχου, της Σχισμής. Το γεγονός εντάσσεται όχι στην τυχαιότητα, αλλά στην αιτιότητα του ασυνείδητου και σηματοδοτεί το τέλος της διάστασης της Σχισμής που σχετίζεται με τη γονιμότητα. Τη γονιμότητα αναλαμβάνουν αποκλειστικά κάτι ανήσυχα και υπερκινητικά πλάσματα (σε αντιδιαστολή με την ακινησία και τη σταθερότητα του βράχου), τα πρώην Τέρατα. Η καταστροφή της Σχισμής οριοθετεί το τέλος της μητριαρχίας και συνδέεται ευθέως με την έκρηξη του Βεζούβιου στα χρόνια του Ρωμαίου ιστορικού. Αντίθετα με τον Βεζούβιο, η Σχισμή καταστρέφεται ολοσχερώς συμβολίζοντας ότι το τέλος της μητριαρχίας είναι οριστικό. Ο ίδιος ο ιστορικός συνοψίζει: «Η έκρηξη της “Σχισμής” σηματοδότησε το τέλος ενός μύθου και την αρχή του επόμενου».
Ας είναι έτσι λοιπόν!