Οι αναγνώστες

Οι αναγνώστες
"Τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας". Franz Kafka

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Η επόμενη συνάντηση

H επόμενη συνάντηση  θα γίνει την Κυριακή 1 Ιουλίου 2018 στις 19.00 στο Μικρό Δέντρο (Παπαδοπούλου 10). Διαβάζουμε το βιβλίο Η μοναδική ιστορία του Julian Barnes



























 



















Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Τα σχόλια του Δημήτρη για τη Συνωμοσία Μπόρχες...


Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΜΠΟΡΧΕΣ

Αν έκρινα το βιβλίο από το εξώφυλλο, η κριτική θα ήταν διθυραμβική. Στο εξώφυλλο δεσπόζει η μακέτα του Άγγελου Πετράκη, τροποποίηση της διάσημης φωτό του Μπόρχες με την άσπρη γάτα, την πολυθρόνα, το μπαστούνι αλλά χωρίς τον ίδιο τον Μπόρχες. Ιδιοφυής η σύνθεση (ή μάλλον η αφαίρεση). Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω στο δίκτυο πληροφορίες ή στοιχεία για τον Πετράκη.
Η μετάφραση είναι του Αχιλλέα Κυριακίδη, ο οποίος επιμελήθηκε και τη μετάφραση στα Άπαντα Πεζά του Μπόρχες τόσο στην επιτομή των Ελληνικών Γραμμάτων όσο και το δίτομο έργο του Πατάκη. Αν και το πρωτότυπο δεν είναι ποτέ πιστό στη μετάφραση, η επάρκεια του Κυριακίδη στον Ισπανικό λόγο καθιστά και τη μετάφραση του παρόντος υπεράνω κριτικής. Επομένως για οποιαδήποτε γλωσσική δυσαρμονία θα φταίει το έργο και όχι η μετάφραση. Όταν το κλειδί είναι το σωστό, για οποιοδήποτε πρόβλημα φταίει η κλειδαριά, για να παραφράσουμε και τον Ρίτσαρντ Φάινμαν.
Στα θετικά σημεία λογίζονται οι πολύ χρήσιμες επεξηγήσεις στο τέλος του βιβλίου αλλά και οι υποσημειώσεις στο τέλος της σελίδας, οι οποίες είναι σχεδόν απαραίτητες για τον μη εξοικειωμένο στο έργο Μπόρχες. Επίσης, θα θεωρούσα μικροπρεπές εκ μέρους μου να σχολιάσω τον δαίμονα του τυπογραφείου. Προέχει η εντρύφηση περί έρωτος και άλλων δαιμονίων.
 Πολλές φορές οι υψηλές προσδοκίες δημιουργούν αντιστοίχως υψηλές απογοητεύσεις! Ενίοτε οι απογοητεύσεις είναι αναντίστοιχες της όποιας αξίας του κειμένου και οφείλονται ενδεχομένως στην προκατάληψη του κριτικού. Η προκατάληψη, τόσο αναγκαίο στοιχείο της κριτικής, διότι τι θα ήταν η κριτική χωρίς προκατάληψη;  Ένα μάτσο αμφιβολίες! Και ας έχουμε υπόψη ότι η απόλυτα αντικειμενική κριτική απαιτεί καθόλου επαφή με το κείμενο, ώστε να μείνει ο κριτικός πραγματικά ανεπηρέαστος. (Και εδώ θα ήθελα να θυμίσω τις κριτικές ανύπαρκτων βιβλίων του περίφημου Στάνισλαβ Λεμ). Αν και η πρόσληψη ενός λογοτεχνικού έργου ίσως είναι πολιτισμικά καθορισμένη ενέργεια, η δική μου «δημιουργική προκατάληψη» οφείλεται κατά ένα βαθμό στο θέμα της νουβέλας. Κάποιος νεαρός έχει το θράσος να πιάσει στο στόμα του (έστω στο πληκτρολόγιό του) το ιερό (και εμόν υπεραγαπητό) τέρας της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τον Μπόρχες, ευγενή εκ καταγωγής τε και εξ ανδραγαθίας. Και μόνο ο δυσώνυμος τίτλος (Η συνομωσία του Μπόρχες) όσο και αν η υπόθεση καταρρίπτεται στο τέλος, αφήνει τη σκιά της και δημιουργεί ψευδείς εντυπώσεις στους πολυπληθείς αναγνώστες μόνο των τίτλων των βιβλίων, όπως τα πρωτοσέλιδα φυλλάδων με τιράζ  διψήφιων φύλλων που παρουσιάζονται ως ισότιμα και ισάξια με σοβαρές εφημερίδες στις αντίστοιχες τηλεοπτικές εκπομπές.
Θα καταλάβατε μάλλον ότι αστειεύομαι: όσο και αν ένας θρύλος σαν τον Μπόρχες φθείρεται μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, καμιά φορά η βίωση της ομορφιάς έγκειται στην (έστω μη ηθελημένη) βεβήλωσή της.
Αναγνωρίζω τις αρετές της πλοκής, τις καλές ιδέες της ιστορίας, οι οποίες δίνουν τροφή για σκέψεις. Υπάρχουν εκτεταμένα τεχνάσματα και μερικά έξυπνα σχήματα μεταμοντέρνας υφής, αλλά συνυπάρχουν με την αποσπασματικότητα και τη συμβολική υπερβολή.
Το σχήμα του περιεχομένου μου θύμισε έστω και αμυδρά το Αν μια Νύχτα του Χειμώνα ένας Ταξιδιώτης… του Ίταλο Καλβίνο. Επίσης, υπάρχει αναφορά στο Κουτσό ή Παίζοντας Κουτσό ή Rayuela του Julio Cortàzar. Όπως συστήνεται στο Κουτσό, ίσως και στην παρούσα νουβέλα τα κεφάλαια δύνανται να διαβαστούν με τη σειρά εκτύπωσης ή με μια τυχαία ή σκόπιμα μπερδεμένη σειρά αναδρομικών αλμάτων.  
Είναι εμφανής ο σεβασμός και το δέος του συγγραφέα απέναντι στο ίνδαλμά του, τον μεγάλο Μπόρχες. Ίσως γι αυτό διακατέχεται από το άγχος της μίμησης, το οποίο διακρίνεται ευκρινώς στο κείμενο. Έχει περιπέσει στο προδιαγεγραμμένο σφάλμα της μετριότητας που μιμείται, αντί της ιδιοφυίας που αντιγράφει.  Θα ήταν μια θαρραλέα λύση αν αντέγραφε επακριβώς κάποια ή κάποιο από τα διηγήματα του Μπόρχες όπως έκανε ο Πιέρ Μενάρ, ο συγγραφεύς του Δον Κιχώτη, υπερβαίνοντας την πάγια σύγχυση μεταξύ ίδιου και ομοίου. Υπενθυμίζουμε ότι η ομοιότητα, κατά τον Foucault αποτελεί τη σχέση ενός αντιγράφου με ένα πρότυπο, μια σχέση εξάρτησης που απορρέει από μια μιμητική διαδικασία, ενώ η προσομοίωση έχει να κάνει με μια ισότιμη σχέση πραγμάτων που δεν τη χαρακτηρίζει το όμοιο, αλλά το ίδιο. Η ομοιότητα υπακούει στην αναπαράσταση, ενώ η προσομοίωση στην επανάληψη, που τη διατρέχει στην άπειρη διαδρομή της ταυτότητας.
Η πραγματικότητα, έννοια ουσιωδώς ασταθής, κατά τον Μπόρχες  αρέσκεται στις συμμετρίες και στους ανεπαίσθητους αναχρονισμούς. Αυτή η έκδηλη πραγματικότητα δεν είναι η κομψά ακαθόριστη και η χαριτωμένα ελλειπτική όπως στα διηγήματα του δασκάλου, αλλά, στο παρόν έργο θολώνει με χαώδη τρόπο ξεφεύγοντας από την αστιγματική πανοπτική ορατότητα του ασθμαίνοντος μαθητή – συγγραφέα.
Το στήσιμο της ιστορίας σε μια υπόθεση που είναι εκ προοιμίου ή αποδεικνύεται τελικά ψευδής, όπως η υπόθεση ότι ο Μπόρχες ήταν επινόηση των συντελεστών του  περιοδικού Sur, δεν είναι πρωτοφανής. Χρησιμοποιείται παιγνιωδώς στη λογοτεχνία και κατά κόρον, με χυδαίο τρόπο στην προπαγάνδα. Είναι η μέθοδος κατά την οποία αναζητούνται αληθινά στοιχεία, έτσι ερμηνευόμενα ώστε να επικυρωθούν ψευδείς ισχυρισμοί. Πρόκειται για μηχανισμό αναδρομικού ντετερμινισμού, μια αναδρομική στρέβλωση, ή πώς να αξιολογούμε τα πράγματα εκ των υστέρων. Έχουμε τη φυσική τάση να αναζητούμε μόνο στοιχεία επιβεβαίωσης. Αυτό στη στατιστική ονομάζεται μεροληψία επαλήθευσης. Και όσο και αν η συσσώρευση απόψεων και παραδειγμάτων είναι απλοϊκός εμπειρισμός, αν ψάξουμε με επιμέλεια, πάντα θα βρίσκουμε κάποιον να έχει προβεί σε μια ηχηρή διατύπωση που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό μας.
Π.χ, στην προκειμένη περίπτωση αναδιφώντας το παρελθόν βρίσκουμε τα εξής υποστηρικτικά της ψευδούς υπόθεσης για την ομάδα Sur:
Το πρώτο, μάλιστα, από τον ίδιο τον μεταφραστή του Μπόρχες, τον Αχιλλέα Κυριακίδη:
Θυμάμαι κάποτε μετέφραζα ένα βιβλίο του Μπόρχες. Σε ένα σημείο, περιέγραφε κάποιον που είχε χάσει όλα του τα λεφτά σε γυναίκες, τζόγο κ.λπ. και είχε τη φράση «δεν υπήρχε πια γι’ αυτόν ούτε grox ούτε regolax». Έψαξα σε όλα τα λεξικά του κόσμου αλλά δεν τις βρήκα πουθενά τις λέξεις αυτές. Εκείνη την εποχή έτυχε να έρθει ο Μπόρχες στην Ελλάδα, τον πλησιάζω λοιπόν και τον ρωτάω τι σημαίνουν. Μου λέει «ποιος τις έχει γράψει;», λέω «εσείς». «Ωραία» μου κάνει, «θα σου απαντήσω αύριο». Την επομένη έδινε συνέντευξη Τύπου (είχε αναγορευθεί Επίτιμος Διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Ρεθύμνου), οπότε ξαφνικά διακόπτει τη συνέντευξη και φωνάζει «είναι εδώ ο μεταφραστής μου, που με ρώτησε χθες για κάτι λέξεις;». Με εντοπίζει λοιπόν και μου λέει: «Δεν έχω ιδέα τι σημαίνουν. Κάντε ό,τι θέλετε».     
(Φυσικά, πώς να έχει ιδέα αφού δεν τις έγραψε ο ίδιος!)
Το δεύτερο παράδειγμα προέρχεται από την ερμηνεία που θα δώσουμε για τα υπονοούμενα και την σημασία τους στο ποίημα Είμαι, του ίδιου του Μπόρχες.


                                                         Είμαι
" Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει
 σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια
 μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη
κι ακολουθεί την αντανάκλαση ή το σώμα (το ίδιο κάνει)
 του όμοιού του.
 Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι, αυτός που ξέρει
 πως άλλη τιμωρία από τη λησμονιά δεν υπάρχει
ούτε κι άλλη συγγνώμη.
                                         […]
Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας, εκείνος που στον πόλεμο
δεν έπιασε σπαθί. Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.

Λέτε…; Δε χρειάζεται να απαντήσουμε, ήταν ερώτημα παγίδα!
*
Εννοείται ότι γενικώς δεν κατατρύχομαι από άγχος για την αφηγηματική και νοηματική συνοχή ούτε με ενδιαφέρει ένα νόημα ή κάποιο νόημα, αλλά στο παρόν ανάγνωσμα μου έλλειψε η αναγνωστική τέρψη. Το έργο δεν ικανοποίησε τον ορίζοντα των (υψηλών ομολογουμένως) προσδοκιών μου. Δεν ήταν το κείμενο που επιθυμεί τον αναγνώστη του, που θα κάνει την ανάγνωση «προσεκτική και παράφορη». Δεν ήταν το είδος της γραφής που ο Ρολάν Μπαρτ χαρακτήρισε στην Απόλαυση του Κειμένου, «κάμα σούτρα» ή «επιστήμη των ηδονών της λαλιάς». Φυσικά, οι αναγνωστικές απολαύσεις είναι (κατά την ψυχανάλυση) νεύρωση με την παραισθητική μορφή του κειμένου. Ο υστερικός παίρνει το κείμενο τοις μετρητοίς, πέφτει μέσα στο κείμενο αντί να προβάλλεται σ’ αυτό. Εδώ όμως, ο λόγος φαίνεται να σκοντάφτει και η  μουσική είναι τελικά χωρίς ρυθμό, τα όργανα ξεκούρδιστα.
Τα διηγήματα του Μπόρχες βρίθουν από απόψεις και αποσπάσματα από σημαντικές προσωπικότητες του πνεύματος και αυτό συνδέεται αρμονικότατα με το κείμενο, προξενώντας αβίαστο θαυμασμό για το εύρος των γνώσεων και της καλλιέργειας του δημιουργού. Αντίθετα, οι ασύνδετες ατάκες και η παράθεση αποσπασμάτων από τον Φιόρδα είναι μάλλον αποσπασματική, ενέχει θέση στείρας επίδειξης γνώσεων, φλερτάρει με τον φτηνό εντυπωσιασμό και την αλαζονική λογοτεχνική αυτοαναφορικότητα.

Δεν πιστεύω να θεωρηθεί προκατάληψη προς τον συγγραφέα (αντί για λεπτολογία) το γεγονός που με κάνει να ψάχνω αγωνιωδώς το κείμενο για ψόγους. Ευτυχώς αυτό δεν είναι δύσκολο, ούτε κοπιαστικό, ενώ είναι καθόλα ευχάριστο και καθόλου χαιρέκακο.
Π.χ:
Στη σελίδα 10 αναφέρεται: «…κάποιος στο μπαρ», ενώ μετά χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις μετατρέπεται «ο γέρος από το μπαρ».
Στην ίδια σελίδα, βρίσκω αχρείαστη και δυσάρεστη την απόπειρα του συγγραφέα να παρασύρει συναισθητικά τον αναγνώστη με την αναφορά στις μυρωδιές της τουαλέτας στο μπαρ. Αυτό μου θυμίζει την αξεπέραστη εικόνα – τραύμα, της πιο βρώμικης τουαλέτας της Σκωτίας στο Trainspotting του Ντάνυ Μπόιλ.
Αντιπάθησα εκ προοιμίου τον αφηγητή και ήρωα της αφήγησης εξαιτίας της συμπεριφοράς του στην αδερφή του και έπειτα στη μαθήτρια Ελένα κατά τη γνωριμία τους, αν και εκ των υστέρων μαθαίνουμε ότι ο ήρωας δεν ήταν υπεύθυνος για τη συμπεριφορά του.
Σελ: 24 – Η Ελένα περιγράφεται ως: «νεαρή με στρογγυλό πρόσωπο και σκούρα καστανά μαλλιά, δεμένα κότσο», ενώ στη σελ. 54: – Η Ελένα διαθέτει: «πανέμορφες γάμπες». Ποιος ετεροφυλόφιλος θα πρόσεχε πρώτα το στρογγυλό πρόσωπο και μετά τα πόδια μιας γυναίκας;
Στη σελ. 92 (και αυτό δεν είναι αρνητική αναφορά) γίνεται λόγος για την περίφημη «βιβλιοθήκη της Βαβέλ» του 1944, ένα από τα πιο οραματικά και επιδραστικά έργα του Μπόρχες.  Η ιδέα της συμπαντικής βιβλιοθήκης, βασίζεται στο έργο του Kurd Lasswitz, του πατέρα της γερμανικής επιστημονικής φαντασίας και πνευματικού πατέρα του Βέρνερ Φον Μπράουν, Η Παγκόσμια Βιβλιοθήκη (μια ιστορία από το Traumkristalle) και εκδόθηκε το 1904. Το ίδιο έργο φιλοξενήθηκε και στις σελίδες του Sur.
Σελ. 132: «Εκείνη τον χάιδεψε με υπομονή και γνώση». (Κρατώ την φράση για να τη χρησιμοποιήσω στο μέλλον καταλλήλως).
Στη σελ. 127: «Η Ερμίνα έγδαρε τα πουλιά, τα ξεπουπούλιασε και…». Αυτό είναι λάθος, τα πουλιά δεν γδέρνονται και αν παρ’ ελπίδα αυτό γίνεται, προηγείται το ξεπουπούλιασμα και μετά το γδάρσιμο. Επ’ αυτού, ένας ειδικός στην ψυχανάλυση θα μπορούσε να διακρίνει αρχέτυπα,  εγώ όμως δεν κατόρθωσα να αποκρυπτογραφήσω κάποιο συμβολισμό στην επαναλαμβανόμενη γκροτέσκα εικόνα της ματωμένης ματσέτας και τις δύο σφαγμένες πέρδικες. Πάντως με όρους ψυχανάλυσης, γενικά στο κείμενο, έχουμε την απόλυτη «μεταβίβαση». Στη μεταβίβαση, κατά Freud και Lacan, ο αναλυόμενος αναθέτει στον αναλυτή του, ρόλο του εξουσιαστικού συμβόλου από το παρελθόν. Εδώ, το υποκείμενο (ο λογοτεχνικός ήρωας)  είναι υποχείριο και κατασκεύασμα, του υπερκείμενου αναλυτή – δημιουργού, μέσω της γραφής, η οποία κατά τον Μπόρχες νοείται ως κατευθυνόμενο όνειρο.  
*
Ας μην υπερβάλουμε μιλώντας για αντιπάθεια από την πρώτη ματιά, κοιτάζοντας, όμως, τη φωτογραφία του συγγραφέα στο εσώφυλλο, θεωρώ ότι ακόμη και ο Κώστας Μήτρογλου σε bad hair day είναι καλύτερος. Τέλος πάντων, τόσο το νεαρό της ηλικίας του Φιόρδα όσο και το γεγονός ότι αυτή είναι η πρώτη του εκδοτική προσπάθεια, δικαιολογεί πολλά. Επίσης, επειδή προφανώς πρόκειται για έναν αθεράπευτο θαυμαστή του Μπόρχες, τον συγχωρούμε ως έναν βαθμό και μας άρεσαν, μάλιστα, κάποιοι σαφείς υπαινιγμοί πάνω στα όρια της αφήγησης όσο και η προσπάθεια ρήξης με τυποποιημένους τρόπους σκέψης και εμπειρίας. Περιμένουμε το επόμενο έργο του. Θα σε παρακολουθούμε, νεαρέ. You better watch out…!   


Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Οι σκέψεις και οι παρατηρήσεις του Δημήτρη για τα Φιλοσοφικά Εγκλήματα ...

Philip Kerr, «Φιλοσοφικά Εγκλήματα»
(σκέψεις – παρατηρήσεις)

Γενικώς, τα «Φιλοσοφικά Εγκλήματα» ήταν ένα ενδιαφέρον και ευχάριστο ανάγνωσμα. Είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα που διάβασα και από το μικρό (για την έκταση του έργου του) αυτό δείγμα, η εντύπωσή μου είναι θετική γι’ αυτόν. Πέραν της αναγνωστικής ευχαρίστησης, το κείμενο μου πρόσφερε απλόχερα αφορμές για το αγαπημένο μου επιτήδευμα και ενασχόληση στον τομέα των παρατηρήσεων, της γκρίνιας και της καλοπροαίρετης χλεύης.
Το μυθιστόρημα είχε την πρόθεση να αυτοπροσδιοριστεί με την ευρεία έννοια ως αστυνομικό, φιλοσοφικό, τεχνο – θρίλερ του κοντινού μέλλοντος. Ο τίτλος του πρωτότυπου είναι Α philosophical investigation κατά το έργο Philosophical investigations του Βίτγκενσταϊν και μεταφράστηκε στο παράδοξο Φιλοσοφικά Εγκλήματα. Το λογοπαίγνιο χάνεται στη μετάφραση, αλλά, πώς αλλιώς θα μπορούσε να μεταφραστεί ώστε να αναδεικνύεται και ο χαρακτήρας της αστυνομικής έρευνας;
            Η μεταφράστρια Ιλάειρα Διονυσοπούλου έλαβε το Βραβείο για την Μεταφρασμένη Λογοτεχνική Φράση της Χρονιάς 2015 του Literature.gr  για τη μετάφραση της φράσης του παρόντος έργου: «Πάντοτε τους πυροβολώ στο κεφάλι, και όχι για να βεβαιωθώ απλώς και μόνο ότι έγινε η δουλειά. Αλλά επειδή από το κεφάλι, το δικό τους και το δικό μου, ξεκίνησαν όλα τα προβλήματα: τα δικά τους και τα δικά μου.» Για τη μετάφραση, εκτός από μερικά επουσιώδη λαθάκια ύφους και ένα λάθος άγνοιας που θα αναφέρουμε παρακάτω, έχουμε καλά λόγια να πούμε. Στα πολύ θετικά συγκαταλέγουμε τις πολύτιμες και διαφωτιστικές σημειώσεις της στο τέλoς της σελίδας (επιτέλους). Θα προτιμούσαμε, βεβαίως, η μεταφράστρια να απέφευγε την ευκολία της περίφρασης και να επέλεγε την ελευθεριότητα αναζήτησης της μονολεκτικής ακρίβειας σπάνιων ή και εξεζητημένων λέξεων.
Σίγουρα δεν έχουμε να κάνουμε με ένα συνηθισμένο αστυνομικό μυθιστόρημα και είναι ομολογουμένως δύσκολο το εγχείρημα του συγγραφέα να προσδώσει επίφαση φιλοσοφικής λογικής σε μια διαταραγμένη προσωπικότητα, τέτοια ώστε να «δικαιολογείται» η ανθρωποκτονία για το λεγόμενο κοινό καλό. Κατανοώ τη δυσκολία, αλλά μάλλον δεν πείστηκα. Διακρίνω ένα άγχος να δοθεί ένας πνευματικός αέρας στην ιστορία, όμως η εντυπωσιακή παράθεση αποσπασμάτων τόσο του Βίτγκενσταϊν όσο και άλλων λαμπρών αστέρων του πνεύματος θαρρώ ότι μερικές φορές είναι αποσπασματική, ενίοτε κραυγαλέα και τραβηγμένη και άλλοτε μοιάζει με επίδειξη γνώσεων. Για να είμαστε δίκαιοι, φαίνεται ότι ο Κερ διαθέτει ποιοτικό όγκο γνώσεων γύρω από φιλοσοφικά, λογοτεχνικά και γενικά θεωρητικά θέματα, όμως υστερεί προφανώς σε τεχνολογικά  θέματα, όπως θα δούμε και παρακάτω.
   Είναι γνωστή η ευαισθησία των μελλοντολογικών κειμένων στον χρόνο. Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1992 και ο αφηγηματικός χρόνος ανήκει στο έτος 2013. Έτσι έχουμε την προφανή ευχέρεια να κρίνουμε τις «προβλέψεις» του Kerr για τη «σύγχρονη» εποχή, οι οποίες κατά το μάλλον ή ήττον αποτυγχάνουν, ενίοτε παταγωδώς, προς τέρψιν του χαιρέκακου αναγνώστη. Είναι ασφαλέστερο κάποιος να τοποθετήσει στο απώτερο ή απώτατο μέλλον τη μυθοπλασία του, όταν μάλλον και ο πλέον κορακοζώητος αναγνώστης δε θα ζει για να κρίνει.  
Αλλά, η επικριτική ματιά προς τον συγγραφέα με τις θεωρητικές σπουδές πέραν της έξης δεν ενέχει στοιχεία κακεντρέχειας. Εδώ, γίγαντες συγγραφείς και προφήτες της χρυσής εποχής της επιστημονικής φαντασίας απέτυχαν να προβλέψουν τη σιωπηλή(;) επανάσταση της κινητής τηλεφωνίας και της επίπεδης οθόνης!
Οι δύο κύριοι και ανταγωνιστικοί χαρακτήρες, είναι η εβραϊκής καταγωγής αστυνομικός και ο αυστριακής καταγωγής κατά συρροή δολοφόνος. Είναι αντιπαρατιθέμενοι, ανταγωνιστικοί και συνδέονται από αμοιβαία εκτίμηση. Έχω δει ωστόσο και πιο ολοκληρωμένους χαρακτήρες στη μέχρι τούδε αναγνωστική μου εμπειρία. Παρατηρούμε επίσης, ότι στα κεφάλαια όπου περιγράφεται η έρευνα της Τζέικ χρησιμοποιείται  τριτοπρόσωπη γραφή, ενώ οι σκέψεις και η δράση του επονομαζόμενου Βίτγκενσταϊν παρατίθενται σε κεφάλαια με πρωτοπρόσωπη υπό μορφή ημερολογίου γραφή.
Ο νοσταλγός συγγραφέας αποτίει, επίσης, φόρο τιμής και στο νουάρ σύμπαν της αστυνομικής λογοτεχνίας. Εξ ου, στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, έχουμε τη στερεότυπη και κλισέ εικόνα της μοναχικής, σκληρής αστυνομικού με την αμφιλεγόμενη σεξουαλικότητα.. Η Τζέικ, μόνη της και μοναχή της, καπνίζει και πίνει (μπέρμπον στο Κεντάκυ) ουίσκι στη μπάρα του μπαρ, απορρίπτοντας μετά βίας και βδελυγμίας τα σπεύδοντα από γενετήσια ενόρμηση αρσενικά.
Ενδιαφέρουσα (και μπροστά από την εποχή της) είναι η αναφορά και περιγραφή του συστήματος προσέγγισης της πραγματικότητας (reality approximation) κατά τα αντίστοιχα σημερινά συστήματα εξομοίωσης, προσομοίωσης, εικονικής και επαυξημένης πραγματικότητας. Μάλιστα ένα από τα σενάρια που βιώνει ο Βίτγκενσταϊν θυμίζει έντονα το σύγχρονο αρρωστημένο game GTA (Grand Theft Auto).   Σε ένα άλλο σενάριο, ο Εστερχάζι πήρε μια γεύση ερωτικής προσέγγισης της  πραγματικότητας με την Τζέικ. Θεώρησε ότι το μόνο που του έλειπε ήταν και μια οσμή. Εντελώς τυχαία έτυχε να ολοκληρώσει το φάσμα των φαντασιώσεών του. Ερέθισε τους οσφρητικούς του κάλυκες, έστω με το τεχνητό άρωμα της κατά φαντασίαν εμμονής του. 
Η γραφή, πέρα από τους εσωτερικούς μονολόγους του Βίτγκενσταϊν, έχει σεναριακή κινηματογραφική δομή, καθώς η οργάνωση των διαλόγων και οι περιγραφές ισοδυναμούν με οδηγίες προς τον σκηνοθέτη. Θα γινόταν μια άριστη ταινία, τώρα ή και στην εποχή που γράφτηκε. Αναρωτιέμαι πώς ένας μετρ σκηνοθέτης της εποχής όπως ο Μπράιαν Ντε Πάλμα, θα χειριζόταν τις σκηνές με τις γυμνές συνεδρίες της Τζέικ με τη θεραπεύτριά της, για να δώσει το απαραίτητο ερωτικό έως και ηδονοβλεπτικό στοιχείο που πρέπει απαραιτήτως να διαθέτει μια επιτυχημένη ταινία. Επί του θέματος και άλλη μια παρατήρηση για την αποτυχία του συγγραφέα να προβλέψει θέματα μόδας: ο κακός ήρωας φαντασιώνεται την ηβική χώρα της αστυνομικίνας και βρίσκεται μακράν του σύγχρονου συρμού της βραζιλιάνικης ευποιίας(;), παρουσιάζοντας την περιοχή απλώς με λίγη ή αυξημένη τριχοφυΐα. Για να ολοκληρώσουμε το θέμα ερωτισμού στο παρόν, αλλά και γενικά σε όλα τα βιβλία του Κερ, ας γίνει γνωστό ότι ο  συγγραφέας έχει λάβει και το μάλλον ανεπιθύμητο Βραβείο Κακού Σεξ, από το Βρετανικό Literary Review για την πιο γλυκανάλατη περιγραφή ερωτικής σκηνής της χρονιάς στο μυθιστόρημά του Gridiron (αναζητήστε το για τη σκηνή και για να  διαπιστώστε τι κάνετε τόσα χρόνια λάθος)!
Ας δούμε και την ακρίβεια κάποιων από τις προβλέψεις του συγγραφέα για το παρόν μέλλον:
Δεν κρίνουμε τις επιπτώσεις εφαρμογής, αλλά η ιδέα προσθήκης στοιχείων DNA στις ταυτότητες είναι κάτι που πρέπει να περιμένουμε στον κόσμο που έρχεται (κάνω πρόβλεψη).
Στα θετικά, η πρόβλεψη της σημασίας των Τομογράφων Εκπομπής Πρωτονίων (PET), οι οποίοι είχαν πρωτοεμφανιστεί την εποχή συγγραφής του βιβλίου.
Μερική επιτυχία είχε η πρόβλεψη για το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα (ευρωπαϊκό δολάριο), τη στιγμή που στην ευρωπαϊκή ένωση της εποχής επικρατούσαν τα λογιστικά εγχειρήματα τύπου «πράσινου ECU». Ο Kerr, μάλιστα, είχε θεωρήσει ότι και η Βρετανία θα εισχωρούσε στη νομισματική ένωση. Η ισοτιμία με το βρετανικό νόμισμα, σε κάθε περίπτωση, είναι αρκετά απαισιόδοξη, δείγμα και της ανάλογης αίσθησης της εποχής για το μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου και όλου του κόσμου γενικά. Όπως και να έχει, μακριά από δικηγόρους για οικονομικές συμβουλές.
Η διάχυτη απαισιοδοξία για το μέλλον της Βρετανίας και της υφηλίου, μάλλον μετατρέπει το μυθιστόρημα σε δυστοπία. Ο δυσώδης και ρυπασμένος Τάμεσης, το νέφος, η ξηρασία – ανομβρία, οι μετανάστες (ένας φόβος από τα παλιά), οι άστεγοι, η εγκληματικότητα, το ποινικό κώμα, η οικονομική δυσπραγία, το διαλυμένο σύστημα υγείας και ένα ζοφερό πολιτικό σκηνικό, όλα αυτά συνηγορούν και συμφωνούν με το συμπέρασμα όπως αναφέρεται ακριβώς στο κείμενο: «ούτε καν έχω διαβάσει το 1984. Ποιο το νόημα; Έχει ξεπεραστεί πια».
Το στοιχείο ελπίδας: οι λύσεις που μπορεί να προσφέρει η τεχνολογία, όπως η έξυπνη λύση για την ανομβρία. Και αυτή είναι το σύστημα κατακόρυφων αγωγών, προφανώς για συλλογή υγρασίας από την ατμόσφαιρα. Μπορούμε να πούμε ότι εδώ έχουμε ένα στοιχείο «διακειμενικότητας» ή καλύτερα ένα σημείο ώσμωσης με το σύμπαν του φανταστικού, αφού η ιδέα συλλογής ατμοσφαιρικής υγρασίας «εφαρμόστηκε» για πρώτη φορά στον περίφημο άνυδρο πλανήτη Τατούιν στην πρώτη χρονικά ταινία «Ο Πόλεμος των Άστρων» του Λούκας.
Επίσης, στον τομέα των υπερτιμημένων προβλέψεων αναφέρεται η ύπαρξη αεροπλάνου F 26 με όπλα λέιζερ. Για το ορατό μέλλον το αεροπλάνο αεροπορικής υπεροχής των ΗΠΑ παραμένει το ολιγάριθμο  F 22, χωρίς όπλα λέιζερ.
Ως προς τη χρήση και τα αποτελέσματα χρήσης φαρμακευτικών και μη ουσιών, ο συγγραφέας, απέχει αρκετά από τα πραγματικά δεδομένα. Μάλλον δεν ζήτησε την επιμέλεια ειδικών επί του θέματος. Π.χ. αναφέρει τη χρήση Βαζοπρεσίνης για τη βελτίωση μνήμης. Μια μικρή έρευνα στο δίκτυο θα πείσει τον αναγνώστη ότι η παραπάνω ουσία δεν είναι η πλέον κατάλληλη για το σκοπό αυτό. Επίσης, υπερβάλλει πολύ στη δοσολογία. Αναφέρεται η χρήση 20 ή και 40 γραμμαρίων ενδοφλέβιας κοκαΐνης. Δεν ξέρω πόση ακριβώς είναι η θανατηφόρα δόση για άνθρωπο (κοντά στα 120 mg ενέσιμης ή 150 mg εισπνεόμενης κοκαΐνης), πάντως 40 γραμμάρια είναι ικανά να σκοτώσουν, αν όχι βροντόσαυρο, τουλάχιστον ελέφαντα. Σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι ο αρνητικός ήρωας ως ένας Γαργαντούας των ουσιών, κατά την επίσκεψή του στο οπιοποτείο, καπνίζει 10 με 15 πίπες τη φορά δηλαδή 30 με 40 την εβδομάδα, ενώ γνωρίζει ανθρώπους που καπνίζουν 200 με 300 εβδομαδιαίως! Όπως αντιλαμβάνεται και ο πλέον νηφάλιος αναγνώστης, τα νούμερα έχουν τόση σχέση με την πραγματικότητα όσο και τα Greek Statistics.  
Μια παρανόηση στη μετάφραση συμβαίνει ως εξής: στο κεφάλαιο 3 αναφέρεται το πληροφοριακό σύστημα τζούπιτερ της τηλεφωνικής εταιρίας. Στα κεφάλαια 10, 12, 14, αναφέρεται ένας δορυφόρος Injupitersat στο αγγλικό κείμενο. Αυτά παρέσυραν τη δύσμοιρη μεταφράστρια να παρανοήσει υποθέτοντας ότι το δορυφορικό τηλέφωνο του δολοφόνου: «Συντονίζεται με το δορυφόρο στο Δία». Η ιδέα ενός τηλεπικοινωνιακού δορυφόρου στον πλανήτη Δία αποδεικνύει ογκώδη άγνοια, η οποία βρίσκεται σε συστοιχία με την αντίστοιχη του συγγραφέα σε τεχνολογικά θέματα.  Ο Kerr αναφέρει (επίσης στο κεφάλαιο 14), ότι ο περίφημος δορυφόρος γυρίζει γύρω από τη Γη, αγνοώντας ότι ένας τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος είναι γεωστατικός.
Το τέλος του βραδυφλεγούς μυθιστορήματος προσλαμβάνει μια ασυνήθιστη συναισθηματική χροιά, ενώ η κάθαρση δεν έρχεται με τη λύση του μυστηρίου και τη σύλληψη του δράστη, αλλά με την αναγκαστικά επιβαλλόμενη σιωπή.  Η Τζέικ νιώθει για πρώτη φορά τον αέρα της απελευθέρωσης να πνέει μέσα της. Κατά ένα μαγικό τρόπο η σκιά του πατέρα της δεν τη βαραίνει πια αβάσταχτα. Όσο για τη σιωπή, η απαίτηση του συνώνυμου και μεταγενέστερου Βίτγκενσταϊν να του μιλάει η Τζέικ «για πράγματα» έξω από το συρτάρι της ημιαβύσσου του κώματος, εν μέρει αναιρεί τα λεγόμενα του αυθεντικού Βίτγκενσταϊν:  «Ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί πρέπει να παραδίδεται στη σιωπή».






Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Ο Ιούδας του ΑΜΟΣ ΟΖ

Διαβάσαμε τον Ιούδα του Άμος Οζ και μας άρεσε. Ο Δημήτρης θέλοντας ν' αποφορτίσει κάπως το κλίμα έκανε κάποιες επισημάνσεις ...

Άμος (του) Οζ – ΙΟΥΔΑΣ
Σκέψεις, Σημειώσεις, Παρατηρήσεις
(Δέον να αναγνωστεί υπό τους ήχους του “Hey Jude” των Beatles, αν και ο ίδιος ο συγγραφέας προτείνει άλλη μουσική σε κάποια συνέντευξή του: «Όταν έγραφα το μυθιστόρημα, κάθε φορά που σκεφτόμουν την Ιερουσαλήμ εκείνης της περιόδου, στο μυαλό μου έβλεπα ένα τσέλο να παίζει μια μοναδική νότα κάποια χειμωνιάτικη νύχτα. Και κάθε φορά που σκεφτόμουν την Ατάλια, άκουγα πάλι αυτή τη μοναδική νότα». Βέβαια, ο Βαλντ, ένας εκ των μυθιστορηματικών ηρώων, αναλώνεται στον Μέντελσον ως μια γλυκόπικρη ηχώ παλιάς εβραϊκής μελωδίας.
Γι' αυτό σας λέω: προτιμήστε τους Beatles!)

Είναι αξιοσημείωτο ότι η αφιέρωση του βιβλίου απευθύνεται στον αγαπημένο και αείμνηστο Ανταίο Χρυσοστομίδη! Αυτό φαίνεται ότι ισχύει μόνο για την ελληνική έκδοση, διότι ρίχνοντας μια ματιά στην αγγλική μετάφραση, εκεί η αφιέρωση απευθύνεται στην επιμελήτρια Debora Owen.
Κατά την ανάγνωση, το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ο καιρός. Το παρόν κείμενο για να αναπνεύσει χρειαζόταν χειμώνα, μαυρίλα, συννεφιά, υγρασία, βροχή, λάσπη. Ουδείς «ορά φάος ηελίσιο»! Το τελευταίο μέρος που περίμενα να συναντήσω παρόμοιο κλίμα ήταν η Ιερουσαλήμ! Τόσο νότια και τέτοιο κλίμα; Διαβάζοντας, είχα διαρκώς την αίσθηση ότι βρισκόμουν στα Γιάννενα, και μάλιστα στα παλιά βροχερά Γιάννενα με τα γλιστερά δρομάκια, τις πανταχού παρούσες νερολακκούβες, τους βρεγμένους τοίχους  και τα μουχλιασμένα ντουβάρια. Χωρίς να έχω διαβάσει το αντίστοιχο βιβλίο, είδα για λόγους πληρότητας την ταινία «Tale of love and darkness» με πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτιδα τη Natalie Portman, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Οζ. Κι εκεί, στην άμεση κινηματογραφική εικόνα της Ιερουσαλήμ, συναντάμε την ίδια ακριβώς αίσθηση, ακριβώς το ίδιο κλίμα, τα ίδια χρώματα, την ίδια μούχλα παντού,  προφανώς και στην ψυχή.
            Η μετάφραση της Μάγκυ Κοέν μου άρεσε και είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι έγινε απευθείας από τα Εβραϊκά και όχι (για λόγους ευκολίας του εκδότη) από το σύνηθες διπλό φίλτρο της Αγγλικής μετάφρασης.
Απλώς αναφέρω δυο επιτηδευμένες παρατηρήσεις που αφορούν τη μετάφραση: 
ΚΕΦ 26 – σελ. 131 …και με το ζεστό, καστανό της άρωμα ποτίζει το συζυγικό της κρεβάτι… Εδώ  έχουμε συναισθησία, ένα άρωμα, μια ευωδιά, η οποία διαθέτει χρώμα, όπως και τα γράμματα στο Σονέτο των φωνηέντων του Ρεμπώ, έχουν χρώμα. Έχουμε λοιπόν συναισθησία ή απλώς μεταφραστική ερμηνεία ή παρερμηνεία; Και αυτό, διότι στην αγγλική μετάφραση το επίθετο του αρώματος είναι chestnutty, λέξη που εξίσου μπορεί να θεωρηθεί ως χρώμα καστανό ή ως μυρωδιά από κάστανο. (Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να μυρίζει μια Γιαρντένα;).
Επίσης, αναρωτιέμαι αν το «έλπιζα» είναι πιο εύηχο από το «ήλπιζα» η απλώς ροπή προς τη “ Vulgärsprache”;

Τελικά, όλα αναλύονται και αναπέμπονται στην παιδική ηλικία. Ο Σμούελ ρωτήθηκε αν ήταν παραχαϊδεμένο παιδί. Ήταν ακριβώς το αντίθετο! Υπήρχε το παιδί (Μύρι) και το αποπαίδι (Σμούελ), σύμφωνα πάντα με την οπτική του τελευταίου. Χαρακτηριστική η φαντασιακή εικόνα των 3 μελών της οικογένειας πάνω από τον τάφο του, να αισθάνονται τύψεις. Πάντα υπερβολικός, ο γιος, αποξενωμένος «ως ξένος πράκτορας φυτεμένος στη μέση της οικογένειάς του», θυμάται τα «κρύα δάχτυλα της μητέρας», ...το «θίξιμο» της μάνας και το «άχτι» του πατέρα, …«για τη ζεστασιά που δεν του έδιναν, επειδή δεν την είχαν μέσα τους». Το τσίμπημα του σκορπιού ήταν μια από τις λιγοστές γλυκές του αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία.  Αν υπήρχε η αιτούμενη στοργή, ενδεχομένως ο πνιγηρός διάδρομος να φάνταζε ως ζεστή φωλιά. Για τα τραύματα αυτά της παιδικής ηλικίας δεν μπορεί παρά στον χαρακτήρα του Σμούελ, ο Οζ να βγάζει και το προσωπικό του παράπονο. Ο ίδιος, όπως φαίνεται και σε αυτοβιογραφικό του έργο, μάλλον δε χόρτασε στοργή, χάδι και έμπρακτη αγάπη, αφού η μητέρα του αυτοκτόνησε όταν εκείνος ήταν 12 χρονών.

Στην αρχή του βιβλίου, ο χωρισμός με την Γιαρντένα αναφέρεται χωρίς μελοδραματισμούς, λες και ο βραδυφλεγής Σμούελ δε ζει τα γεγονότα σε όλη τους την ένταση τη στιγμή που συμβαίνουν, αλλά με κάποια διαφορά φάσεως, όταν τα ανακαλεί. Μόλις προς το μέσον της ανάγνωσης αποκαλύπτεται η αληθινή συναισθηματική επίπτωση που εξ αρχής υποψιαζόμαστε: «…για πρώτη φορά εδώ και μήνες, ο σουβλερός πόνος από την εγκατάλειψη της Γιαρντένα και το γάμο της, έμοιαζε πιο μουντός και αδύναμος». Ίσως είναι κι αυτό ένα από τα στερεότυπα, αφού έχουμε ταυτίσει τον χωρισμό με σουβλερό πόνο. Ενίοτε, ο (απο)χωρισμός από μια σοβαρή σχέση, πέρα από τον πόνο (της ματαιωμένης συνήθειας), προκαλεί και μια ανακουφιστική αίσθηση ελευθερίας. Ενδεχομένως, τον Σμούελ δεν τον πείραζε τόσο ο χωρισμός, όσο ο γάμος της με έναν (εξίσου) ξενέρωτο.
Στο ΚΕΦ 33, ξανά η προειδοποίηση: «…άκουσέ με, μην την ερωτευτείς». Ξανά οι αισθηματικές υπερβολές, λες και δεν είμαστε όλοι, ορμονικά ρομπότ. Ρομπότ με κινητήρια δύναμη τις ορμόνες μας και πάντα χρειάζεται να φτιασιδώνουμε το ένστικτο με αισθήματα, που ακόμη κι όταν λείπουν παντελώς, τα επινοούμε! Μην ανησυχείς Βαλντ, δεν θα την ερωτευτεί. Η πλειονότης των αισθημάτων του Σμούελ μάλλον οφείλεται σε αυθυποβολή ή στην περίεργη έλξη που ασκούν λογικά ώριμες γυναίκες σε νεαρούς. Η μοναχική, πληγωμένη, οργισμένη και γεμάτη πόνο Ατάλια περιγράφεται ως ιδιαιτέρως όμορφη και ελκυστική. Ενδεχομένως, αυτό έλκει στοιχεία και από το γεγονός ότι ήταν  το μόνο θηλυκό στο χώρο. Και όσον αφορά την περιγραφή των ρούχων της, χωρίς να κατέχω πολλά πέραν των στοιχειωδών περί ενδυματολογίας, είναι μάλλον η χρονική απόσταση που με κάνει να αναγνωρίζω στις επιλογές της Ατάλια μια αποκριάτικη διάθεση.

Ξανά στο ΚΕΦ 33, κατά την άνοδο στο «όρος» Σιών, και για να επιβεβαιωθεί για άλλη μια φορά ο Μπόρχες, που έλεγε ότι                    «η πραγματικότητα αρέσκεται σε ανεπαίσθητους αναχρονισμούς», ο συγγραφέας αναφέρει τερέτισμα γρύλου και χορωδία βατράχων. Φυσικά, αυτοί οι ήχοι απαντώνται μόνο το καλοκαίρι και όχι στο καταχείμωνο. Φύσει μεγαλόθυμος, προτιμώ να ρίξω το φταίξιμο στις παιγνιώδεις ιδιότητες της πραγματικότητας, παρά σε αβλεψία του συγγραφέα. Η δε παράθεση  των ηχητικών εφέ συνεχίστηκε κατά την Σμούελ και Ατάλιας ανάβαση, με καρτουνίστικη διάθεση: νυχτοπούλια, κουκουβάγιες, αδέσποτα σκυλιά, τσακάλια, (κογιότ, road runner), έδωσαν την νενομισμένη ηχητική περφόρμανς συμβάλλοντας στη δημιουργία της (στερεότυπης) ατμόσφαιρας.
Ευρηματική και με καίρια συνεισφορά στην αφήγηση, η ενσωμάτωση του γράμματος της Μύρι, με διάρκεια ενός ολόκληρου κεφαλαίου. Από το γράμμα αλιεύουμε και τη χρήσιμη πληροφορίας (της ημέρας). Το σύστημα επιστράτευσης εφέδρων του Ισραήλ, ενός έθνους (ή φαντασιακού έθνους) με νοοτροπία επιβίωσης, είναι αυτή του Ελβετικού στρατού, με τη γνωστή δύναμη αποτροπής που προστάτευσε την Ελβετία από τη συμμετοχή σε δύο παγκοσμίους πολέμους.

Είναι προφανές ότι το θέμα της αφήγησης είναι οι προδότες και η αμφιλεγόμενη πράξη της προδοσίας, όπως φανερώνει και ο τίτλος του βιβλίου. Το όνομα του Ιούδα θεωρείται δικαίως ή αδίκως (αδίκως για τον συγγραφέα) συνώνυμο του προδότη. Όλα τα πρόσωπα του έργου είναι ένοχοι προδοσίας ή θύματα προδοσίας. Π.χ, ο αντιήρωας και επιρρεπής σε κάθε είδους αποτυχία Σμούελ, έχει προδώσει τα όνειρα των γονιών του, την επιλεγμένη καριέρα του. Άλλοι δύο αμφιλεγόμενοι δευτερογενείς πρωταγωνιστές είναι ταυτοχρόνως προδότες και προδομένοι. Ο ένας (Ιούδας) προδομένος από τις αυταπάτες του και ο δεύτερος (Αμπραβανέλ) προδομένος (δικαίως) από τη γυναίκα του και προδομένος από το γεγονός (τι τραγική ειρωνεία!) ότι είχε δίκιο για τα δεινά της σύρραξης. Ο Αμπραβανέλ είναι κατά μία έννοια το alter ego του συγγραφέα. Μέσω αυτού ο Αμος Οζ καταθέτει τις δηλωμένες δικές του απόψεις για το μεσανατολικό όπου είναι υπέρμαχος της ύπαρξης δύο κρατών και γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε προδότης. Και κατά δήλωσή του: «προδότης είναι μερικές φορές κάποιος ονειροπόλος, κάποιος που τολμά να αλλάξει».
Όλοι, προδότες και αθώοι, βιώνουν προσωπική ήττα, που για τους Βαλντ και Ατάλια είναι οδυνηρή και άμεση. Και το κοινό τραύμα, επακόλουθο της ήττας, είναι τόσο βαθύ, επιδραστικό και ανθεκτικό στο χρόνο, ώστε ούτε καν «λήθη» δευτερογενής  μέσω απώθησης δεν υφίσταται. Όσον αφορά την Ατάλια, ακόμη και οι ενορμητικές της δυνάμεις και η λιμπιντική τους έκφραση ηττώνται εμπρός σ' αυτή τη συζυγία του έρωτα και του θανάτου.

Το θέμα της προδοσίας, λοιπόν, αν και πολυεπίπεδο, είναι περίβλεπτο, προφανές και σε πρώτο πλάνο. Όμως, αν δεχτούμε και την κατά Barthes πολυστρωματική δομή κειμένου και νοήματος, τότε έχει αξία να κατέβουμε σε ένα υπόστρωμα. Θεωρώ ότι το στοιχείο που συνδέει τους επινοημένους και μη  ήρωες, είναι η συμπεριφορά και η στάση τους απέναντι σε πλάσματα που βρίσκονται στο απόλυτο έλεός τους. Αυτά κατά κύριο λόγο είναι ζωάκια, κατοικίδια ή αδέσποτα, αλλά και άνθρωποι. Ο Σμούελ λ.χ. είναι διαδοχικά το κουτάβι της Γιαρντένα και της Ατάλια. (Ή τουλάχιστον προσποιείται ότι είναι το κουτάβι τους). Ο σκεπτικιστής και αρχικά κυνικός Βαλντ, είναι και λόγω της σωματικής μειονεξίας στο έλεος της αδιαφορίας και της ψυχρότητας του Σμούελ. Το ατύχημα του τελευταίου, αν δεν αντιστρέφει τους ρόλους, τουλάχιστον τον καθιστά ισότιμο του Βαλντ. Επίσης, ο ιδεαλιστής, αλλά μόνο στα λόγια, Σμούελ,  όταν συναντάει στο δρόμο το αδέσποτο γατί, του δίνει ένα χάδι αλλά δεν το διασώζει από το κρύο και τη μιζέρια του, υιοθετώντας το. Όπως θα δούμε και παρακάτω ο Σμούελ ψίχουλα (αγάπης) έδωκε, ψίχουλα θα λάβει. Ο ακτιβιστής, ονειροπόλος, υπέρμαχος της φιλίας των λαών Αμπραβανέλ, φέρεται βάναυσα στη γυναίκα του και ψυχρά στην κόρη του. Ο Ιούδας, δίνει ψήγματα οίκτου στο σκελετωμένο σκυλί και στην κυοφορούσα άσχημη κοπέλα του πανδοχείου, αλλά τελικά, βολικό θύμα των χρονικών συγκυριών, προτιμά την αυτοκτονία με απαγχονισμό στο «καταραμένο» δέντρο, από το να λυτρώσει από τα βάσανα δύο δυστυχισμένα πλάσματα.          
Τελικά, όλοι οι φύσει ή θέσει προδότες της αφήγησης, ονειροπόλοι ή μη, δεν κατορθώνουν να αιτηθούν συγχώρεση δια της χάριτος. Αποτυγχάνουν να δώσουν ή δεν προσπαθούν καν να δώσουν αντισταθμιστική θεραπεία για τις συνέπειες πράξεών τους ή παραλείψεων.

Κλείνοντας, ο Σμούελ, το αδέξιο και αεικίνητο κουτάβι, δεν είναι και τόσο αφελές, αγαθό και αθώο όσο δείχνει αρχικά. Υπάρχει πιθανότητα να είναι κυνικός και όχι κυνάριο. Έχει, ίσως και άθελά του, μια ακαταμάχητη στρατηγική. Οι χρονικές και κοινωνικο-οικονομικές συγκυρίες είναι τέτοιες ώστε το κατάλληλο γι αυτόν target group στον ερωτικό τομέα να είναι οι «φιλεύσπλαχνες» και οι «απελπισμένες». Η ανεπιτήδευτη τακτική αποδείχτηκε εκ προοιμίου παραγωγική. Η φιλεύσπλαχνη Ατάλια επιδαψίλευσε στο πληγωμένο κουτάβι «λίγα ψίχουλα αγάπης» (και στοργής) και μετέπειτα κάτι ανάλογο καρβελιού. Παραπάνω χαρακτηρίσαμε τον Σμούελ «βραδυφλεγή». Θα συμπληρώσουμε τον χαρακτηρισμό έχοντας υπόψη και τα στοιχεία από την διαχείριση των ψυχίων αγάπης, απονέμοντάς του τα προσωνύμια, αρχικά του «ακαριαίου» και ακολούθως (μετά από πρακτική εμπειρία) του «εγκαιροφλεγούς». Ωστόσο, η θέρμη και η τροφή ήταν ανεπαρκείς και δεν ξεπέρασαν την κρίσιμη μάζα ώστε να γίνουν τρυφή. Παρά ταύτα, το κουτάβι επιβίωσε του χειμώνα και διασχίζοντας μόνο του και μοναχό του την ανοιξιάτικη έρημο:

… ησθάνθη ότι έζη πάλιν, ότι
απέβαλλε τα επαχθή δεσμά
γνωστών πραγμάτων και οικιακών.
Και η τυχοδιώκτις του καρδιά
ηυφραίνετο ψυχρώς, κενή αγάπης.*

Δημήτρης Σπυρίδωνος




* Κ.Π. Καβάφης, Δευτέρα Οδύσσεια.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ο Δημήτρης αναλύει τις ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΟΥ
του Τεντ Τσιανγκ

«Η πραγματικότητα είναι ένας υπέροχος τόπος για να επισκεφτεί κανείς,
όχι όμως για να ζήσει». Ρ. Μπάρτ

Στο παρόν διάλειμμα από τα εξουθενωτικά ταξίδια της στυγνής πραγματικότητας, οικοδεσπότης είναι μια μορφή της σύγχρονης Επιστημονικής Φαντασίας (ΕΦ), ο Τεντ Τσιανγκ. Είναι ένας συγγραφέας που τον χαρακτηρίζει η πυκνότητα! Ξέρει τι θέλει να πει και πραγματεύεται κάθε φορά το θέμα του με τρόπο σχεδόν εξαντλητικά επιστημονικό, παρέχοντας στον αναγνώστη αυτό το ειδικό, σπάνιο λογοτεχνικό ύφος, σαν να διαβάζεις κανείς ένα απολαυστικό δοκίμιο. Η αληθοφάνεια του κειμένου στηρίζεται σε κάποιες αναγνωρίσιμες επιστημονικές εκδόσεις αλλά και ο ίδιος έχει την επάρκεια και το επιστημονικό υπόβαθρο, με βάση τις σπουδές πληροφορικής και το επάγγελμα (κατά δήλωσή του): συντάκτης τεχνικών εγχειριδίων. Άλλωστε, θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί περιστασιακός συγγραφέας. Πράγματι· οι οκτώ ιστορίες που συγκεντρώθηκαν εδώ είναι το σύνολο της παραγωγής του για περισσότερο από μια δεκαετία. Το επίτευγμά του, όμως, είναι αξιοσημείωτο. Αυτές έχουν επάξια κερδίσει τρία Nebula, ένα Hugo και ένα Asimov’s - τα πιο σημαντικά βραβεία της φανταστικής λογοτεχνίας. Και μιλάμε για ιστορίες, διότι ο Τ. Τ. (όπως και ο Μπόρχες) δεν καταδέχτηκε να γράψει μυθιστόρημα. Όχι γιατί η ζωή είναι μικρή για να γράψει κανείς μυθιστόρημα κατά τον μέγα Αργεντινό, αλλά όπως έλεγε και ο ίδιος: «με συμβουλεύουν ότι θα έπρεπε να κάνω τη χάρη στους αναγνώστες μου που θέλουν κάτι περισσότερο, και φοβάμαι πως αν επεκτείνω κάποια από τις σύντομες ιστορίες μου, θα τους κάνω να θέλουν κάτι λιγότερο.
Στα χέρια του Τσιανγκ, η ΕΦ είναι πραγματικά η «λογοτεχνία των ιδεών", όπως έχει πολλάκις θεωρηθεί. Η χαρακτηριστική του είδους "αίσθηση του  θαυμαστού» είναι κυρίαρχη στα κείμενά του. Και ενώ η κλασική φιλοσοφική ΕΦ, όπως αυτή του Asimov και του Sturgeon, είναι ευαίσθητη στον χρόνο με την αναθεώρηση των επιστημονικών δεδομένων της εποχής, θα διαπιστώσουμε ότι οι Ιστορίες της Ζωής σου είναι σχεδόν διαχρονικές και μιλούν άμεσα στον αναγνώστη με το νηφάλιο πάθος του Τσιανγκ. Αυτή η νηφαλιότητα που δεν περισσεύει στους θητεύοντες στον κυνισμό σύγχρονους αμερικανούς συγγραφείς του φανταστικού, πιθανόν να οφείλεται εν μέρει και στην διαφορετική κουλτούρα ανατροφής του, αφού οι γονείς του είναι κινεζικής καταγωγής. Και είναι από αυτούς που έκαναν την αρχή, ώστε μαζί με τον κινεζο-αμερικανό Ken Liou και τον κινέζο Cixin Liou να δώσουν μια ζωηρή πνοή ανανέωσης στην σύγχρονη ΕΦ.

Πίσω από το φίλτρο της μετάφρασης του Δημήτρη Αρβανίτη (ενός από τους σπεσιαλίστες μεταφραστές της ΕΦ), η γλώσσα του T. Τ. χαρακτηρίζεται μάλλον ακριβής παρά πνευματώδης, ακόμη και λιγάκι επίπεδη μερικές φορές. Δεν είναι ένας συγγραφέας που καταβάλλει μεγάλη προσοχή στο στυλ και το ύφος. Κάποιοι θα μπορούσαν ακόμη να πουν ότι η επιλογή των λέξεών του είναι χωρίς έμπνευση και οι διάλογοί του τεχνητοί. Όμως κανείς δεν αμφισβητεί ότι είναι καθαρολόγος, αναλυτικός, και διαθέτει σπουδαίο ταλέντο στην περιγραφές. Οι ιστορίες του είναι όλες καλογραμμένες και η καθεμιά τους εντελώς ξεχωριστή και διακριτή σε σχέση με τις άλλες. Οχτώ ιστορίες, οχτώ διαφορετικοί κόσμοι.
 Εκ πρώτης όψεως ο Τσιαγκ δεν είναι αφηγητής που αφήνεται στο συναίσθημα. Φαίνεται ότι το κείμενό του είναι «αποστειρωμένο» από συναισθήματα, τουλάχιστον τα πρόδηλα και κραυγαλέα συναισθήματα. Στο σύμπαν του Τ. Τ. κυριαρχούν τα πολύπλοκα ζητήματα της γλώσσας, της ανθρώπινης νοημοσύνης, των μαθηματικών και της φυσικής, τα οποία παρέχουν το πλαίσιο της αφήγησης, όπου ο ανθρωπισμός είναι αναπόσπαστο στοιχείο του ορθολογισμού. Ο συγγραφέας δεν κατευθύνει τον αναγνώστη σε τεχνητές αισθηματικές συγκινήσεις αλλά τον υποβάλλει σε καταιγισμό πνευματικών και αισθητικών συγκινήσεων. Κι αν κάποιος διακρίνει ένα ψυχρό κείμενο χωρίς την παρουσία βαθέων ή θερμών συναισθημάτων, είναι αυτός ο ορθολογισμός των χαρακτήρων - και του συγγραφέα - που τους κάνει συναισθηματικούς και ανθρώπινους. Και αυτή η θεώρηση είναι κοινή σε όλες τις ιστορίες.
 Ακολουθούν κάποια σύντομα σχόλια για κάποιες από τις ιστορίες της συλλογής, χωρίς η επιλογή να αποτελεί αξιολογική προτίμηση.

ΚΑΤΑΛΑΒΕ
Η πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά ήταν στο περίφημο θεματικό της ΕΦ περιοδικό ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ, τον Ιανουάριο του 1997, σε μετάφραση του Χριστόδουλου Λιθαρή.
Η ιδέα της αύξησης της νοημοσύνης με τεχνητά μέσα και της πληρέστερης αξιοποίησης του εγκεφάλου δεν είναι νέα στη φανταστική λογοτεχνία. Υπενθυμίζουμε έργα με παρόμοια θεματολογία: το βραβευμένο (1966) Λουλούδια για τον Άλγκερνον του Daniel Keyes, καθώς και το πιο σύγχρονο (2001) The Dark Fields του Ιρλανδού Alan Glynn, γνωστότερο από τη θαυμάσια μεταφορά του (2011) στον κινηματογράφο με τον τίτλο Limitless με ερμηνευτές τον Μπράντλεϋ Κούπερ και Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Επίσης, θεωρητική βάση μπορεί πιθανώς να προσέφερε στο συγγραφέα και το διάσημο (βραβείο Πούλιτζερ) εκλαϊκευμένο δοκίμιο Gödel, Escher, Bach του Douglas R. Hofstadter.
Μια υπέρτερη νοημοσύνη είναι φυσικό να αναζητήσει μια αντάξιά της γλώσσα. Μια γλώσσα όπου ακόμη και ο γραπτός λόγος δε θα αντιστοιχεί απλώς σε μιμητικά γραπτά φωνήματα του προφορικού λόγου, αλλά ίσως σε «λογογράμματα», «καλλιγράμματα» ή ιδεογράμματα. (Άλλη μια κοινή ιδέα σε πολλές από τις ιστορίες του συγγραφέα). Στην παρούσα ιστορία και συγκεκριμένα στη σελίδα 75 του βιβλίου, εμφανίζεται η φράση: «Η ιδέα ενός κολοσσιαίου ιδεογράμματος που θα περιγράφει ολόκληρο το σύμπαν». Εδώ φαίνεται και η επιρροή από τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες και τι πιο κατάλληλη ευκαιρία και αφορμή να παραθέσω ένα σχετικό απόσπασμα από το Άλεφ του παραπάνω υπεραγαπημένου συγγραφέα:
«Αναλογίστηκα ότι, στη γλώσσα ενός θεού, κάθε λέξη θα έπρεπε όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά και να την εκ¬φράζει μ' έναν τρόπο όχι περιφραστικό, αλλά απερίφραστο· όχι διαδοχι¬κό, αλλά ακαριαίο. Με τον καιρό, η ιδέα μιας θείας φράσης άρχισε να μου φαίνεται παιδαριώδης ή βλάσφημη. Ένας θεός, σκέφτηκα, πρέπει να λέει μόνο μία λέξη, και μ' αυτή τη λέξη να εκφράζεται η πληρότητα. Κανένα φώ¬νημά του δεν μπορεί να είναι έλασσον του σύμπαντος ή ατελέστερο του σύμ¬παντος χρόνου. Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όλα, κόσμος, σύμ¬παν δεν είναι παρά απόηχοι ή ομοιώματα αυτού του φωνήματος που είναι ισότιμο με μια ολόκληρη γλώσσα ή με όλα όσα μπορεί να περιλαμβάνει μία γλώσσα».
Τι γίνεται όταν εξελιχθεί μια υπερνοημοσύνη, αλλά όχι αντιστοίχως μια υπερηθική προσωπικότητα; Κι αν μια υπερνοημοσύνη θέλει το καλό της ανθρωπότητας. Αυτό αρχίζει και φαντάζει ύποπτο, αν κατανοούμε την αμφισημία της φράσης «καλό της ανθρωπότητας», και έχοντας στοιχειώδη γνώση της ανθρώπινης ιστορίας. Ήδη η νικήτρια «καλή» υπερνοημοσύνη αρχίζει να κάνει τα πρώτα βήματα προς την κόλαση: «τι είναι μερικές ζωές έναντι του γενικού καλού της ανθρωπότητας»;  

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΟΥ
Η συμβουλή έχει αξία: μην κρίνεις ένα βιβλίο από την ταινία του. Πάντως είμαι σχεδόν σίγουρος ότι αν δε γυριζόταν η ταινία με τίτλο Arrival του Ντένις Βιλνέβ, η οποία βασίζεται στην παραπάνω ιστορία, δε θα μεταφραζόταν η παρούσα συλλογή. Παρεμπιπτόντως, η ταινία ήταν καλή και αρκετά διαφοροποιημένη σεναριακά από τον Έρικ Χάιζερερ.  Στην ιστορία, πέραν της πρωτάκουστης θεώρησης του απειροστικού – διαφορικού λογισμού, υπάρχει και ένας ανασχολιασμός και μάλλον θετική στάση του συγγραφέα στην υπόθεση των Sapir και Whorf στη γλωσσολογία. Βασική πρόταση των ανωτέρω είναι ότι η γλώσσα επηρεάζει τη σκέψη. Η γλώσσα, δηλαδή, οδηγεί στην οικοδόμηση της σκέψης κι όχι η σκέψη στην παραγωγή γλώσσας όπως υποστήριζε ο Πιαζέ. Πιο συγκεκριμένα, τίθεται η έννοια της γλωσσικής σχετικότητας, όπου κυριαρχεί η ιδέα ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της γλώσσας και της θεώρησης του κόσμου. «Διαφορετικές γλωσσικές κοινότητες βιώνουν την πραγματικότητα διαφορετικά». Επίσης, η έννοια του γλωσσικού καθορισμού στηρίζεται στην θέση ότι η γλώσσα τελικά καθορίζει τον τρόπο που βλέπουμε την πραγματικότητα, τον τρόπο που την εκλαμβάνουμε. Με άλλα λόγια, η γλωσσική σχετικότητα υποδεικνύει απλώς τη συμβολή της γλώσσας στην παραγωγή της σκέψης, ενώ ο γλωσσικός καθορισμός επιβάλλει την ύπαρξη γλώσσας για την ανάπτυξη της σκέψης.
Με την παραπάνω θεωρητική βάση, με εξαίσιο τρόπο συνάγεται ότι η εξωγήινη σημασιογραφική γραφή ασκεί εξουσία επικύρωσης της πραγματικότητας ακόμη και της (από τη φύση της έκκεντρης) χρονικής πραγματικότητας, με τη χρήση «ολογραμμάτων» ως σύστημα πανοπτικής ορατότητας, και αυτό απέναντι στο σύστημα συμβάσεων του ατελούς προφορικού λόγου.

72 ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Το εκτεταμένο διήγημα αποτελεί ένα τυπικό δείγμα του υποείδους steampunk της ΕΦ. Το δυνατό σημείο της είναι ότι ο συγγραφέας ξεκινά από ένα σύστημα αξιωμάτων (εμφανώς ψευδών με τα σημερινά δεδομένα) και φτιάχνει σε μια αξιοθαύμαστη άσκηση λογικής, μία επαρκή «ψευδοεπιστημονική» θεωρία για τις ανάγκες της αφήγησης. Αυτή η θεωρία, τηρουμένων των αναλογιών, φαίνεται αληθοφανής και συγκροτημένη νοούμενη ως τυπική – συντακτική υπερδομή, της οποίας το εννοιολογικό περιεχόμενο βρίσκεται στην εμπειρική παρατήρηση του φανταστικού κόσμου, ενός σχεδόν κλειστού θερμοδυναμικού συστήματος που περιβάλλει τον ήρωα της ιστορίας.
Και εδώ βλέπουμε ακόμη περισσότερο την άποψη του συγγραφέα για τη δύναμη της γλώσσας. Ενώ ο προφορικός λόγος με την εκφορά του ρυτιδώνει την επιφάνεια του κβαντικού συνεχούς, προσφέρει ζωή (ως πνοή ζωής από τον Δημιουργό) και εμψυχώνει το δημιούργημα. Αντίθετα, (κατά την ταλμουδική παράδοση) ο γραπτός λόγος είναι ατελής και δίνει μόνο στοιχεία ζωής. Δίνει κίνηση αλλά όχι λόγο, συνεπώς όχι ολοκληρωμένη ζωή. Καταλήγουμε όμως, στην προοπτική διαιώνισης του ανθρώπινου είδους σα μια ηχώ σε μια αυτοσυντηρούμενη αντήχηση.
Η δυνατότητα χειρισμού των ονομάτων μας θυμίζει το προνόμιο του Αδάμ να ονοματοδοτήσει τα ήδη δημιουργήματα.
Στην ίδια ιστορία, εμφανίζεται και το κείμενο της κακοτυπωμένης προκήρυξης της σελίδας 241. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, έδωσε στον συγγραφέα την ευκαιρία να αναφερθεί  έστω και ακροθιγώς και να ειρωνευτεί το σύστημα με τη δήθεν κατοχύρωση της πνευματικής ιδιοκτησίας και την εξαντλητική εμπορική εκμετάλλευση της πατέντας, πράξεις που στραγγαλίζουν την επιστήμη, και κυρίως την ιατρική η οποία προοδεύει δυσανάλογα αργά σε σχέση με την ανάπτυξη της μοριακής βιολογίας και των αντίστοιχων μαθηματικών και υπολογιστικών εργαλείων.

Και ας κλείσουμε με τον Γκέντελ (αναφέρεται στο Διαίρεση με το Μηδέν) περισσότερο γνωστό για το περίφημο θεώρημα της μη πληρότητας: «Κάποιοι δεν μπορούν να πουν την αλήθεια, άλλοι δεν μπορούν να πουν ψέματα, αλλά κανείς απ' ότι φαίνεται δεν ξέρει τη διαφορά».

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

G. Tavares Ιερουσαλήμ: Δειπνο...σοφιστείες στην "έπαυλη" της "υπέροχης φίλης" μας!



G. Tavares Ιερουσαλήμ: Η ανάγνωση από τον Δημήτρη

ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Ο Ταβάρες είναι ηλικιακά νέος συγγραφέας (γι’ αυτό συγκεντρώνει και τον δήθεν φθόνο του Σαραμάγκου). Είναι δεδομένο ότι οι πολιτισμικές παραστάσεις των νέων – νεαρών συγγραφέων της εποχής μας κυριαρχούνται από την εικόνα, τον κινηματογράφο, τις τηλεοπτικές σειρές και τις πάσης φύσεως και έκτασης ταινίες, κλιπ κ.λ.π. Αυτό περνάει ενσυνείδητα ή ασυνείδητα στον τρόπο της γραφής τους. Αυτός, πέρα από τον ιδιωματικό εσωτερισμό του καθενός αποκτά μία συγκεκριμένη μορφή και ύφος, ώστε το Χόλυγουντ, ως κοινή παγκόσμια κληρονομιά να αναγνωρίζεται άλλοτε αμυδρά και άλλοτε ευκρινώς στα γραπτά και όχι μόνο έργα του σύγχρονου πολιτισμού. Στο παρόν έργο, είναι φανερό ότι οι χρονικές αναδρομές είναι κάθε μία ξεχωριστά μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική σκηνή που ίσως περιλαμβάνει και οδηγίες προς τον σκηνοθέτη. Σε όλα αυτά τα πρωθύστερα, τα οποία συγκλίνουν δεξιοτεχνικά στο τέλος, εντοπίζουμε τα ίχνη ενός, κατ’ αντιστοιχία, επαγγελματικού και ρωμαλέου «μοντάζ». Τα σχόλιά μας ας μην εκληφθούν ως αρνητικά, παρά μόνον ως επισήμανση σε φαινόμενα για τα οποία είμαι προσωπικά εξοικειωμένος και επηρεασμένος.
Αυτές οι προδιαγραφές μου επιτρέπουν να φαντάζομαι ως «εύκολη» μια κινηματογραφική μεταφορά της Ιερουσαλήμ, με τρομάζει ο όγκος των προβλημάτων προς επίλυση στη θεατρική της μεταφορά. Αναφέρομαι στην παράσταση που ανέβηκε στην Αθήνα το 2013, με τίτλο: Ιερουσαλήμ Heaven σε θεατρική διασκευή Βάνας Πεφάνη και Γιάννη Καρκανεβάτου και σκηνοθεσία της πρώτης και την οποία τόσο λόγω γεωγραφικής πραγματικότητας όσο κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικών συνθηκών δεν είχα την τύχη να παρακολουθήσω.
Ίσως να φαίνεται και ως ειρωνεία, ο ισχυρισμός για την έντονη επιρροή της εικόνας στο έργο ενός λογά – γραφιά, όπως ο Ταβάρες. Ο συγγραφέας φαίνεται ότι έχει γνώμη για όλα, με την αλαζονική ματιά του παντόπτη – παντογνώστη αφηγητή και όχι μόνο. Κατακριτέο, αλλά μου αρέσει. Οι «ανοίκειοι» διάλογοι (για την ακρίβεια εσωτερικοί μονόλογοι κατά το πλείστον) μοιάζουν λιγάκι επιτηδευμένοι ή pretentious, όπως θα έλεγε η αγγλο(φωνο)τραφής κόρη μου, όμως, και για να χρησιμοποιήσω κι εγώ μια επιτηδευμένη δημώδη έκφραση, ούτε αυτό με χαλάει. Κάθε άλλο! Έχω χορτάσει τον ρηχό και αποστειρωμένο λόγο και κάθε απόκλιση ή παρέκκλιση είναι ευπρόσδεκτη, εκτεθειμένη φυσικά στην κριτική διαβάθμιση. Και εδώ ο λόγος κρίνεται – ανεξάρτητα από τη δεδομένη φιλευσπλαχνία, γενναιοδωρία και μεγαλοθυμία μας – επαρκής, έστω και υπό τον ηθμό της μετάφρασης. Είναι γραπτός λόγος με προφορικότητα και έχω ένα παράδειγμα σε αυτό. Στη σελίδα 45 της έκδοσης, γράφει: «Λέγαμε όμως […]», θέλοντας να επανέλθει σε κάτι που ήθελε να πει σε προηγούμενες σελίδες, αλλά, εν τη ρύμη του λόγου του παρασύρθηκε σε παρόδους και ατραπούς.
Εκτιμώ πολύ την «προφορικότητα» του γραπτού λόγου, η οποία μου θυμίζει (παρασυρόμενος σε παρόδους και ατραπούς) το περίφημο κατά Απολλιναίρ και Φουκώ «καλλίγραμμα», το κοινό σύνορο ομιλίας και όρασης από όπου παρεισφρέει το ορατό στον τόπο της γλώσσας και του λεκτού και το λεκτό στον τόπο του θεατού και της αναπαραστατικής γραφής.
Από την έναρξη της ανάγνωσης, το πρώτο που πρόσεξα ήταν οι μεγάλες προτάσεις, ίσως και μια λεκτική εκζήτηση. Αυτό είναι η κόλαση του μεταφραστή που τον αναγκάζει σε εγκλωβισμό ή κίνηση στα όρια του συντακτικού. (Τόσες άνω τελείες σπάνια συναντά κανείς σε γραπτό). Αναρωτιέμαι αν έχουμε μπροστά μας μια είτε ιδιοφυΐα, όπου σε κάθε πρόταση υπάρχει σε υπέρθεση ένας υπέρτερος προβληματισμός, είτε έναν αμπελοφιλόσοφο τύπου Κοέλιο. Επειδή, όμως, το αποτέλεσμα είναι ελκυστικό, και η αίσθηση αυτή ενισχύεται από την υποβόσκουσα ειρωνεία και το υφέρπον – συγκαλυμμένο χιούμορ, το προηγούμενο διαζευκτικό ερώτημα στερείται νοήματος!   
Για την περίπτωσή μας, αν δεν έχουμε απορρίψει ολοκληρωτικά την ιδέα «τέχνη ως τεχνική», θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ερμηνευτικά και τον όρο «ανοικείωση» (defamiliarization) των φορμαλιστών, κατ’ αντιστοιχία με το «ανοίκειο» της κατά τον Τοντόρωφ φανταστικής λογοτεχνίας. Εκεί, μεγάλες περίοδοι και προτάσεις, με επαρκή - τεχνική χρήση σημειολογικών συμβάσεων, νοημάτων και συντακτικού, επιτείνουν υποβλητικά ενδιαφέροντες και παράδοξους συνειρμούς. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε την ανοικείωση και ως μια ποιητική προσέγγιση της παρουσίασης του συνήθους ως πρωτοφανούς και ταυτόχρονα άλλη μια σύντηξη εικόνας και λόγου. Ο Ταβάρες χειρίζεται αποτελεσματικότατα την ανοικείωση και μάλιστα όχι σαν τεχνική αφού αποκαλύπτει την εγγενή παραδοξότητα των πραγμάτων (και των ανθρώπων), χωρίς την ανάγκη χρήσης οποιουδήποτε ιδιαίτερου τεχνάσματος –πέραν της πολυπλοκότητας - στη διαμόρφωση των προτάσεων του κειμένου του.
Δεν πρέπει να παραλείψω να εκφράσω για άλλη μια φορά τον δικαιολογημένο εκνευρισμό μου για τη μορφή του παρόντος τυπωμένου βιβλίου, όπου τα εσωτερικά περιθώρια, για τις ανάγκες βιβλιοδεσίας και συνεχούς μοιρολατρικής παράδοσης και αβλεψίας είναι ανύπαρκτα, με αποτέλεσμα ο κυριολεκτικά βιβλιόφιλος αναγνώστης να αναγκάζεται να βιαιοπραγεί, στα όρια ξεκοιλιάσματος του χαρτόδετου τόμου, προκειμένου να διακρίνει το κείμενο στην εσωτερική ραφή.
Δεν έχω καταφέρει να προσδιορίσω γεωγραφικά την πόλη που εξελίσσεται η ιστορία. Είναι μια πόλη συνυφασμένη με το φυσικό σκότος της νύχτας που συμβαίνουν όλα. Προφανώς κάποια γερμανόφωνη πόλη της κεντρικής Ευρώπη, όπως φαίνεται από τα γερμανικά, αυστριακά, τσέχικα, πολωνικά ή εβραϊκά ονόματα ενώ πέραν κάποιων απίθανων και σχοινοτενών εμπνεύσεων δεν έχω καταφέρει, επίσης, να συσχετίσω τον τίτλο Ιερουσαλήμ με την ιστορία.     
Στη ροή της ιστορίας με τις μικρές, μεγάλες και απρόβλεπτες καμπές της, δυσκολεύεται να διακρίνει κανείς κύριο πρόσωπο στο χορό των χαρακτήρων του, λες και αυτοί έχουν ίση αξία στην εξέλιξη της μυθοπλασίας. Μόνο προς το τέλος ξεχωρίζει η Μύλια, η οποία έχει την καταληκτική φράση – απόφανση της ιστορίας. Η Μύλια η διαταραγμένη και κατά δήλωσή της. Η Μύλια, η οποία αγγίζει τα πράγματα με έναν ιδιαίτερο τρόπο και έχει κάποια ζητήματα στην αλληλεπίδραση των αισθήσεων με την πραγματικότητα. Έναντι των φύσει και θέσει λογικών ατόμων έχει ματαιώσει την αξιοπιστία κοινών εδραιωμένων σημείων, ενώ διαθέτει μια εκ-κεντρικότητα, αντίποδα σε κάθε ίχνος «κεντρικής» εξουσίας, είτε αυτή πηγάζει από έναν άγνωστο στον δρόμο, από σύζυγο, εραστή ή διευθυντή κλινικής. 
Η Μύλια, ως αυτοστοχαζόμενο υποκείμενο, έχτισε πάνω στο σώμα μιας προσωπικής, αποσπασματικής αλήθειας, εκτός των θεμελίων της κοινότητας, εκτός ορίων του έτσι κι αλλιώς ερμητικού χώρου της ορθολογικότητας. Είναι λες και αντιπροσωπεύει το τυπικό υποκείμενο της σύμφωνα με τον Μισέλ Φουκώ ετερότητας, την οποία βλέπει να σκιρτά στο φαινόμενο της τρέλας και της σεξουαλικότητας και να φιμώνεται μέσα από την πρακτική της φυλακής και του ψυχιατρικού ασύλου. Εκεί όπου μέσω καταστολής δεν υφίσταται η αναζωογονητική πρακτική της μιλημένης σκέψης (la pesee parlee) των σουρεαλιστών, παρά την τυπική ερώτηση του ψυχίατρου: «Τι σκέφτεστε;»  
Στο τέλος έχουμε ασχέτως προθέσεων και σε υφή αρχαιοελληνικής τραγωδίας, ένα μηδενικό άθροισμα βίας, αφού η Μύλια γίνεται, ως Μήδεια αντιστρόφως, η «ηθική αυτουργός» στην «εκδίκηση», από τον ασήμαντο πατέρα, της δολοφονίας του γιού της. Και έπειτα, αναλαμβάνοντας το βάρος της πράξης, ως ικέτιδα ζητάει την είσοδό της στον ναό και μετέπειτα στην ανακουφιστική ασφάλεια, ρουτίνα και κανονικότητα της φυλακής.
Επίσης, το ατύχημα ή αλλιώς, η καθοδηγούμενη από τη μοίρα δολοφονία και η ανάληψη της ευθύνης από τη Μύλια λογίζεται και ως μια πράξη τραγικής πρόκλησης προς τον πρώην σύζυγο, υποβάλλοντας τη θεωρία του, το έργο ζωής του, στη δοκιμασία γεγονότος μηδενικού αθροίσματος βίας, αν όχι στις μεγάλες καμπές της ιστορίας, έστω και στη μικρή κλίμακα της μοιραίας νύχτας, η οποία κατά σύμπτωση συμπίπτει με την αποφράδα του έθνους ημέρα.

Το πόρισμα της διατριβής του Τέοντορ, ότι ο κόσμος φτάνει στο τέλος του όταν υπάρξει ένα «μηδενικό άθροισμα βίας που λαμβάνεται και ασκείται»,  έχει την αξία ενός δεξιοτεχνικού και σχοινοτενούς ακροβατισμού της σκέψης και μιας μεγαλοπρεπέστατης αφαίρεσης. Παρά ταύτα αποτελεί αξιοσημείωτο παραλληλισμό με το αληθινό τέλος του σύμπαντος, όταν μετά από 1019 δευτερόλεπτα σβήσουν τα αστέρια, λόγω του νόμου της εντροπίας και της επικράτησης θερμοδυναμικής ισορροπίας παντού. Ενδεχομένως, όμως, όπως η βία μηδενικού αθροίσματος δεν επιφέρει το τέλος του κόσμου, ίσως και το σύμπαν να μην παραμείνει νεκρό και σκοτεινό, αν βρεθεί κάποιος που θα κραυγάσει ή ψιθυρίσει: «γενηθήτω φώς».